Tuesday, September 29, 2015

Σκέψεις για διηγήματα

Φέτος απόλαυσα δύο εξαιρετικές συλλογές διηγημάτων, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο και όμοιες, σαν να κρέμονταν οι χαρακτήρες απ’ τους ίδιους καημούς και την ίδια απελπιστική μοναξιά των συναισθημάτων.  Τα βιβλία να τα αναζητήσετε: «Απόδραση» της Alice Munroe και «Φωνές στο νερό» της Ελένης Πριοβόλου.

Η «Απόδραση» της Alice Munroe γραμμένο με μεστή, άμεση γραφή, ευφυέστατα απλή - δίχως να είναι απλοϊκή - μας ταξιδεύει στις ψυχές πολλών γυναικών. Η έντονη αίσθηση του λάθους, των λανθασμένων επιλογών, των ανεκπλήρωτων ονείρων, εξαρτημένες από την ίδια την απελπισία τους, της κάνει να λησμονούν την ύπαρξη σημαντικών πραγμάτων που κάποτε φυλούσαν σαν θησαυρό – μια επιθυμία, έναν άνθρωπο, μια αγάπη….

«Αυτό γίνεται.  Το βάζεις στην άκρη για λίγο καιρό, και που και που ψάχνεις κάτι άλλο στην ντουλάπα και θυμάσαι, και σκέφτεσαι σύντομα.  Και μετά αυτό γίνεται κάτι που απλώς βρίσκεται εκεί, μέσα στην ντουλάπα, και άλλα πράγματα στοιβάζονται από πάνω του και μπροστά του, και τελικά παύεις εντελώς να το σκέφτεσαι.
Αυτό που ήταν ο λαμπερός θησαυρός σου.  Δεν το σκέφτεσαι.  Μια απώλεια που κάποτε ούτε να την αναλογιστείς δεν μπορούσες, και τώρα αυτό γίνεται κάτι που ίσα ίσα το θυμάσαι.
Αυτό γίνεται.» (σελ. 117)

Ας εστιάσουμε στους θησαυρούς της επιλογής και στους δρόμους του κάθε πρωταγωνιστή.  Επιλογές που τους ακολουθούν ως μόνιμες σκιές για την υπόλοιπη ζωή τους.  Ήταν σωστές ή λάθος;  Μικρά φαντάσματα στις ντουλάπες των θησαυρών.  Κι αφού παρθεί μια απόφαση, βρίσκεται πάντοτε αυτή η έμμονη απορία, «Δεν ξέρεις τι αφήνεις πίσω»… (σελ. 60).
Γνωρίζει κανείς πότε κερδίζει και πότε χάνει άραγε;  Αξίζει να τα ψαχουλεύει κανείς;  Αντιθέτως με τη Munroe, η Πριοβόλου εμπλουτίζει τη γραφή της με εικόνες και αρώματα ενός αθάνατου ρομαντισμού.  Ίσως ο ρόλος του Φίλιππου στη συλλογή διηγημάτων να είναι ο πιο ανατρεπτικός.  Δεν ψάχνει να χαθεί σε ρόλους του παρελθόντος για λόγους που ίσως νιώσει και ο αναγνώστης ως το πετσί του.

«Μου έδωσαν λάθος ρόλους κι εγώ υποδύθηκα λάθος ρόλους». (σελ. 40)

Οι λάθος «ρόλοι», οι λάθος επιλογές, οι λάθος κατευθύνσεις και πρωτοβουλίες των «άλλων» ακουμπούν τους πρωταγωνιστές και των δύο βιβλίων στο βαθμό που αφήνονται μονάχα να επιστρέψουν στα εύκολα και ευχάριστα της ζωής.  Όπως η Ντόλη που «…δεν θέλει να θυμάται τα δυσάρεστα.  Μόνο τα ωραία, μιας ωραίας εποχής». (σελ. 26)

Οι επιλογές που καταλήγουν στη μοναξιά κλείνονται στις ντουλάπες, αναδύονται με τα ρούχα των καιρών.  Φοριούνται μονάχα σαν παλιά πουκάμισα, ελαφρώς τσαλακωμένα. Όμως υπήρχαν οι στιγμές του καλού καιρού που επιμένουν να μη χαθούν μαζί με το νερό που κυλάει…


Monday, July 6, 2015

Σκέψεις για «Το διώροφο της Τσιμισκή» της Γιώτας Φώτου

Αυτό το επίκαιρο ανάγνωσμα ήρθε στα χέρια μου την πιο κατάλληλη στιγμή αφήνοντας με να αναλογιστώ τα όσα συμβαίνουν στη χώρα μας αυτό τον καιρό με ψυχραιμία και σύνεση.  «Το διώροφο της Τσιμισκή» της Γιώτας Φώτου ανασύρει παλιές μνήμες από προηγούμενες τραγωδίες όπου ξεκληρίστηκαν οικογένειες στη Μικρασιάτικη Καταστροφή.  Αναφέρεται στο διωγμό των Ποντίων ενώ αφανίστηκαν χιλιάδες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.  Αυτό το πολύ καλά δομημένο μυθιστόρημα χτίζει τις ιστορίες πολλών οικογενειών και πρωταγωνιστών μέσα από μια οικία όπου συμπτωματικά έζησαν όλοι.  

Η σκληρότητα των γεγονότων από την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδος δεν μας αφήνει αδιάφορους.  Ωστόσο, η Φώτου με άριστο τρόπο αναζητά την κάθαρση μέσα από επανωτές εξομολογήσεις και ανακαλύψεις καλά κρυμμένων μυστικών.  Και εκεί βρίσκεται το φως – ίσως το μοναδικό λαμπερό στοιχείο αυτού του κτιρίου, του διωρόφου στην οδό Τσιμισκή.  Εκεί όπου υπάρχει μια φλόγα που σιγοκαίει στις καρδιές των ηρώων με την ελπίδα ότι θα αναγεννηθούν ξανά, μέσα από τα χαμένα ντουβάρια, τις στάχτες και την καταστραμμένη γη.

«…Εγώ δεν ξέρω αν ποτέ θα μπορέσω να ξεπεράσω όσα έχω ζήσει.  Μοιάζει με καμένη γη.  Μπορεί να δώσει καρπούς η καμένη γη;»

Η απάντηση του ερωτήματος δίδεται από την ίδια τη Ρόζα Ναζάρι,

«…σίγουρα υπάρχουν όρια στην αντοχή του ανθρώπου, άλλα τελικά ακόμα και σε καμένη γη μπορεί να αναπτυχθεί ζωή.  Εκεί που πιστεύει κάποιος ότι όλα τελείωσαν, έρχεται μια μικρή σπίθα ελπίδας και με την κατάλληλη φροντίδα θεριεύει.  Έτσι είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι προφανώς.  Να μπορούν να αναγεννηθούν μέσα από τις στάχτες.»

Η Γιώτα Φώτου μας προσκαλεί στο διώροφο των βασανισμένων ψυχών να ανακαλύψουμε πως σε όλες τις εποχές, δύσκολες ή μη, ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει, να ερωτευτεί, να ονειρευτεί και επομένως να αναγεννηθεί.  Αυτή η έμφυτη ανάγκη να νικήσουμε κάθε μοιραίο σκοτάδι είναι και η σωτηρία μας. Όμως πέρα από την ελπίδα, το βιβλίο μας χαρίζει και κάτι πολυτιμότερο: τη μνήμη.  Διότι μέσα από την ιστορία – και τις προσωπικές ιστορίες του καθενός - βρίσκουμε το δρόμο προς την ελπίδα.

«Όλα όσα έμαθα τις τελευταίες μέρες με έκαναν να καταλάβω ότι υπήρξαν πολλοί πριν από μένα που πέρασαν μέσα από την κόλαση και κατάφεραν παρ’ όλα αυτά να προχωρήσουν στη ζωή.»



Monday, March 2, 2015

Σκέψεις για το Σάος

Το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου, «Σάος – Παντομίμα Φαντασμάτων», ένα θρίλερ για την καταβύθιση ενός νησιού στη μέση του Αιγαίου, μου θυμίζει κάτι που είχα διαβάσει παλιότερα για τα πέντε είδη οργής του Θεού, μια τρομαχτική ματιά στις διαφορετικές κολάσεις των ανθρώπων. Και τα πέντε εκφράζονται και καταγράφονται με περιγραφικότατο τρόπο στο μυθιστόρημα.  Άμα τα διαβάσει κανείς τα αναλύει ως εξής:

1. Αιώνια οργή - η κόλαση. Στο βιβλίο μπορεί να απεικονίζεται απ’ όλες τις εσωτερικές και εξωτερικές κολάσεις των πρωταγωνιστών όσο ζουν με το φόβο του θανάτου.
2. Εσχατολογική οργή - η Δευτέρα Παρουσία.  Αυτή η «οργή» μου θύμισε την κόλαση του Παρασκευά ο οποίος κρίνει τον εαυτό του για τις πράξεις του παρελθόντος.
3. Κατακλυσμική οργή – πλημμύρες, σεισμοί, ηφαιστειακές εκρήξεις, κατολισθήσεις και καταστροφές από τις οποίες πολλές εμπεριέχονται στην πλοκή του βιβλίου και θέτουν ως βάση την αδυναμία των ανθρώπων να αντιμετωπίσουν την «οργή» της φύσης.
4. Επακόλουθη οργή – ο νόμος του ό,τι σπείρεις θα θερίσεις (όπως οι επανωτοί βιασμοί και οι δολοφονίες που θερίζουν τους καταυλισμούς των επιζώντων).
5. Η οργή της εγκατάλειψης - αφαιρεί τον κάθε περιορισμό και την ηθική συστολή. Αυτή ίσως είναι η πιο τρομαχτική «οργή» ενώ εκφράζεται μέσα από το βιβλίο ως η αδυναμία των πολλών να κατευνάσουν την έμφυτη ορμή τους όχι μόνο για λόγους επιβίωσης άλλα για την ανάγκη της απόλαυσης της ζωής με επίκεντρο το εγώ.  Η αδυναμία αρκετών χαρακτήρων να σκεφτούν το συλλογικό καλό, να δεθούν σαν ομάδα και να επενδύσουν σε ανθρώπινες σχέσεις πέρα από τον τρόμο της καταστροφής (το τέλος του κόσμου, το τέλος της ζωής) τους καθιστούν απάνθρωπους.  Μετατρέπονται σε τέρατα ή εκφράζεται το τέρας που έκρυβαν πάντοτε μέσα τους.

Θα προσθέσω άλλη μια «οργή» η οποία είναι και η πιο εσωτερική.  Είναι η οργή της μετάνοιας και της πικρίας.  Εκφράζεται από την κολασμένη σιωπή της τραγικής Βαγγελιώς.
«Η Βαγγελιώ δεν αποκρίθηκε.  Το δικό της ποίημα κρυβόταν μες στη σιωπή της.  Ή μήπως η σιωπή ήταν το ποίημα της;»
Αυτή η εσωτερική κόλαση ισοδυναμεί με την αδυναμία της εξομολόγησης και της αποδοχής της πραγματικότητας.  Σε αντίθεση με τον Παρασκευά, η Βαγγελιώ αδυνατούσε να εκφράσει τα συναισθήματα της.  Τα είχε εκφράσει ήδη μέσω των πράξεων της.  Όμως αδικήθηκαν όσο ήταν εν ζωή.  Στον θάνατο ή στο ενδεχόμενο του θανάτου μένουν οι πράξεις και αυτό το αποδεικνύει ειλικρινέστατα ο συγγραφέας.


Το βιβλίο κλείνει με μια δόση περίσκεψης και αισιοδοξίας, αφού ο έρωτας ως το επίκεντρο κάθε λυτρωτικής ομορφιάς υπερνικά τον φόβο, τον εγωκεντρισμό και το κυνήγι ψεύτικων επιθυμιών.  Η προϋπόθεση είναι μια, να βρει κανείς τον έρωτα και να τον κρατήσει ως το τέλος του «κόσμου».

Σκέψεις για την Αριάννα


Το νέο βιβλίο της Ελληνοαμερικανίδας Αριάννας Χάφινγκτον-Στασινοπούλου, «Δες τη ζωή αλλιώς» δεν είναι μυθιστόρημα.  Όμως είναι από τα βιβλία που οφείλω να έχω στη βιβλιοθήκη μου να μου θυμίζει κάποια πράγματα όπως:



-          Να νικάω τις αδυναμίες μου
-          Να στοχεύω ψηλά άλλα με επίγνωση της δυσκολίας
-          Να παραδέχομαι τις ήττες μου
-          Να φροντίζω τον εαυτό μου
-          Να ακούω την εσωτερική μου φωνή

Με λίγα λόγια όλα τα βιβλία «αυτοβοήθειας» δίνουν καλές συμβουλές, απ’ αυτές που δίνουμε στους φίλους μας άλλα σπανίως στον εαυτό μας.  Στην προκειμένη περίπτωση, μιας και δεν είμαι αναγνώστρια τέτοιου είδους βιβλίων, θα ήθελα να μιλήσω για τη συγγραφέα και τη δύναμη που εκπέμπει η ίδια ως ένα κινητό «βιβλίο» αυτοβοήθειας.  Με μεγάλο ενθουσιασμό πήγα στη μοναδική εκδήλωση που διοργάνωσε για το βιβλίο της οι εκδόσεις Ωκεανίδα στο Hub θέλοντας να γνωρίσω από κοντά μια γυναίκα που θαυμάζω χρόνια για την θέληση της να ξεχωρίσει στον δύσκολο, ανδροκρατούμενο χώρο των ΜΜΕ της Αμερικής.  Με αξιοπρεπέστατο τρόπο εισχώρησε στο δημοσιογραφικό τομέα των ηλεκτρικών εφημερίδων με το δημοφιλέστατο Huffington Post ενώ έχει αναδειχθεί ως μια από τις δυναμικότερες γυναίκες της υφηλίου. 

Το βιβλίο «Δες τη ζωή αλλιώς» ή με τον αγγλικό τίτλο “Thrive” (που νομίζω ότι ταιριάζει περισσότερο γιατί σημαίνει «ακμάζω»), δίνει κάποιες απλές συμβουλές για την επαγγελματική και προσωπική επιτυχία.  Όμως έχουμε ανάγκη από τέτοιες συμβουλές;  Θεωρώ πως έχουμε.  Ίσως ψάχνοντας τις δικές μας αδυναμίες μπορούμε να χτίσουμε οχυρωμένες κοινωνίες έναντι κάθε κακού.  Τι μας προτείνει η συγγραφέας;

«Για τους προγόνους μας η φιλοσοφία δεν ήταν πνευματική άσκηση. Κάθε άλλο. Η ερώτηση Τι σημαίνει καλή ζωή; ήταν τρόπος ζωής - μια καθημερινή πρακτική άσκηση στην τέχνη του ευ ζην. Ήξερα ότι αυτή η ερώτηση έπρεπε να αποτελεί τη βάση της αποστολής του Δες τη ζωή αλλιώς, η οποία είναι ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της επιτυχίας που εκτός απ’ τις δυο παραμέτρους, το χρήμα και τη δύναμη, πρέπει να περιλαμβάνει και μια Τρίτη Παράμετρο, η οποία αποτελείται από τέσσερις πυλώνες: ευεξία, σοφία, δέος και προσφορά».

Οι ερωτήσεις μου είναι απλές: Διαθέτουμε ευεξία;  Έχουμε σοφία;  Νιώθουμε δέος;  Η προσφορά έχει χώρο στην καθημερινότητα μας;
Διαβάστε το βιβλίο ή και τη βιογραφία της συγγραφέως η οποία είναι μια μυθιστορηματική ιστορία από μόνη της.






Tuesday, January 6, 2015

Καλή χρονιά με τις σκέψεις μιας κότας

Καλωσορίζουμε το νέο έτος με το πιο συγκινητικό βιβλίο του 2014. «Η κότα που ονειρευόταν να πετάξει» είναι ένα μυθιστόρημα κεντημένο με απλά στολίδια λέξεων από την Νότιο Κορεάτισα Sun-Mi Hwang, ως ένα σύγχρονο παραμύθι ενηλίκων συμπεριλαμβάνοντας όλα τα υφολογικά γνωρίσματα ενός κλασσικού παραμυθιού: η πάλη του καλού με το κακό, μεταφορικοί συμβολισμοί, διαδοχικά μοτίβα, αλληγορική διήγηση.
Μια κότα ονειρεύεται να κλωσήσει ένα αυγό, κάτι που μοιάζει αδύνατο εφόσον είναι εγκλωβισμένη μέσα στο κοτέτσι ενός αγροκτήματος.


«Μόνο μια λαχτάρα είχε στη ζωή της, να καθίσει πάνω σ’ ένα αυγό, να το κλωσήσει και να δει να γεννιέται μέσα απ’ αυτό ένα πουλάκι.»

Πέρασε τα πάνδεινα ώστε να αποκτήσει αυτό το εξωπραγματικό όνειρο – πρώτα να βρει την ελευθερία της, ύστερα να αποκτήσει έστω κι έναν φίλο, να κλωσήσει ένα αυγό, να μεγαλώσει ένα παιδί, να αγαπήσει άνευ ορίων και να αγαπηθεί με τους όρους που έθεταν οι ρόλοι των σχέσεων.  Οι δυσκολίες να αποκτήσει όλα της τα όνειρα ζύγισαν βαριά, πάλεψε να κρατήσει τις ισορροπίες μεταξύ ευτυχίας και αυτοθυσίας.

Ως περιπλανώμενη αναρωτήθηκε αρκετές φορές, «Γιατί ήταν έτσι η ζωή της;  Μήπως γιατί δεν έπαψε ποτέ της να ελπίζει;»

Αρχικά ήλπιζε για τον εαυτό της, για την ελευθερία της, για το συμβολικό πετάρισμα των φτερών της στον ουρανό.  Όμως αφού κατάφερε να γίνει μητέρα, οι ελπίδες, οι αγωνίες, οι θυσίες στράφηκαν προς το παιδί της.  Εγκατέλειψε τα όνειρα της για χάρη του σαν την απόλυτη ενσάρκωση της μητρικής αγάπης σε όλη τη γη.  Ωστόσο η ίδια η αυτοθυσία της τη φτάνει στην πραγματοποίηση του τελικού ονείρου.  Διότι όπως επισημαίνει ο αγαπημένος μου Χέμινγουεϊ στο βιβλίο του «Αποχαιρετισμός στα όπλα»:

When you love you wish to do things for.  You wish to sacrifice for.  You wish to serve.


Μια κότα ονειρευόταν να πετάξει και τα κατάφερε με γνώμονα την αγάπη.  Και τι είναι η αγάπη παρά μόνο η αυτοθυσία.  Η συγγραφέας ωστόσο δεν αδικεί τους πατέρες.  Η απόλυτη πατρική αγάπη συμβολίζεται απ' την αρσενική πάπια, τον πατέρα του παιδιού, ο οποίος δεν αυτοθυσιάζεται μόνο για εκείνον άλλα και για τη "μητέρα" που τον κλώσησε…

Tuesday, August 26, 2014

Καλοκαιρινές αναγνώσεις...

Επέλεξα να παρουσιάσω κάποια από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία του δικού μου καλοκαιριού...

Το «Αγαπητέ Θεέ» του Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ καταγράφει την ζωή και τον θάνατο ενός μικρού αγοριού σε δέκα μέρες. Οι ευαίσθητες ψυχές να προετοιμαστούν για ένα γερό συναισθηματικό ταρακούνημα. Απλά ένα υπέροχο ανάγνωσμα...












«Η μπλε ώρα» του Θανάση Χειμωνά περιγράφει με εύστοχο και ευφάνταστο τρόπο τη ζωή του Αντώνη μέσα από τις ζωές των άλλων καθώς απεικονίζει το πάθος για τη ζωή που επιθυμούν όλοι οι υπόλοιποι ήρωες να γευτούν.









«Το τυφλό σημείο» της Λήδας Διζέλου μιλά για την παραίτηση του μητρικού ενστίκτου, για τις επιπτώσεις από τα λάθη των γονιών, για τις τύψεις και τις απώλειες, την αναζήτηση ευθυνών και για τα συναισθήματα που δεν αγγίζονται – τα «τυφλά σημεία» του καθενός.









«Το τέλος του γαλάζιου ρόδου» της Ελένης Πριοβόλου είναι το τρίτο και τελευταίο βιβλίο της σειράς Η τριλογία των Αθηνών. Η συγκλονιστική ιστορία μιας γυναίκας, ενός άντρα, ενός έρωτα και μιας ολόκληρης γενιάς κλείνει την σειρά με μια καταγραφή γεγονότων και συναισθημάτων από τη δεκαετία του ’60 έως σήμερα.











«Θύελλα από ατσάλι (Μέρος 1ο το τρίτο βιβλίο της περίφημης σειράς Game of Thrones («Παιχνίδι του στέμματος») του George R.R. Martin είναι απλά συγκλονιστικό. Συνιστώ τα βιβλία παρά την τηλεοπτική σειρά για να ζήσει κανείς τη μαγεία αυτής της μεσαιωνικής/δυστοπικής/φανταστικής περιπέτειας.













Thursday, June 19, 2014

Σκέψεις για το «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου» του Γιάννη Καλπούζου

Εισέπνευσα κυριολεκτικά το καινούριο βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου, «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου». Τα βιβλία του πάντα δίνουν τροφή για σκέψη και πνευματική αμβροσία στους αναγνώστες.
 
Το νέο του μυθιστόρημα εκπέμπει συναισθήματα και ιδέες, ιδεολογίες και πολιτικές ενώ όλα μπλέκονται μεταξύ τους όπως οι ήρωες του βιβλίου, με ένταση και προβληματισμό, με πάθος και με περίσκεψη. Ακούγεται περίεργο, ωστόσο έτσι μας έχει συνηθίσει η μοναδική γραφή του Καλπούζου, να μην καθησυχάζεται το πνεύμα ούτε η αγωνία. Όλα πετούν ανάμεσα στις σελίδες λες και οι λέξεις έχουν φτερά. Τόσο γρήγορα και ευχάριστα διαβάζεται ενώ σκέψεις και συναισθήματα συνεχίζουν να πετούν ακόμα κι αφότου έχει διαβαστεί μέχρι και η τελευταία σελίδα. 

Το μυθιστόρημα μιλά για το μεγαλείο του έρωτα ανάμεσα στον Άνδη και τη Θάλεια. Οι συμβολισμοί των ονομάτων τους είναι ακριβώς αυτό που απεικονίζουν: η Θάλεια ως μούσα ευπρεπούς ευθυμίας και ο Άνδης ως το σύμβολο του πόθου και της έντονης επιθυμίας. Δύο αντίθετα έλκονται όμως ο έρωτάς τους συγκρούεται με τα πρέπει της εποχής (1960-1990), με την ανάγκη για επιβίωση και με την ίδια τη λογική. Πέρα από πολλά άλλα θέματα, μας μιλά για τον συμβιβασμό στις σχέσεις όπως και στην πολιτική άλλα και για τα όρια της επιβίωσης. 

Όπως και ένας ολόκληρος λαός, μπορεί ο καθένας να γίνει σκιά του συμβιβασμού και της παραίτησης εν ονόματι της επιβίωσης. Ίσως είναι ο πιο εύκολος τρόπος να επιβιώσει κανείς κάτω από αντίξοες συνθήκες ή ανάμεσα σε σχέσεις ανούσιες δίχως αγάπη και ερωτισμό. Η ιστορία του βιβλίου συχνά μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτό το θέμα. Η Αυγούλα, η μητέρα της Θάλειας, συμβιβάστηκε να υπομένει έναν βίαιο άντρα. Η Θάλεια συμβιβάστηκε να χάσει τον Άνδη. Ενώ ο μόνος τρόπος να επιζήσει ο Άνδης και να αντέξει το γεγονός ότι έχασε τον έρωτα της ζωής του ήταν να χαθεί, να γίνει και εκείνος σκιά:
«Να χανόταν ήθελε.  Να έφευγε.  Ίσως μακριά. Ίσως βαθιά μέσα του. Να εισπνεύσει την ύπαρξη του, να την καταπιεί. Να αφήσει μόνο τη σκιά του να περιφέρεται.»

Ο συμβιβασμός καταντάει και άλλους ήρωες σκιές στο βιβλίο: την Μαρίνα, τον Σαράντο, την Αλίκη... Το ξεπούλημα της ψυχής τους οδηγεί σε μια επίπεδη ζωή μέσα σε μια κοινωνία όπου όλοι ζουν στους ίδιους μονόχνοτους ρυθμούς. Ποιος αντέχει να ζει μια ζωή δίχως διαστάσεις, δίχως πνευματικές και συναισθηματικές καμπύλες; Στο τέλος όλα μέσα τους μένει να αλλοιωθούν. Διότι ο πιο ύπουλος κοινωνικός Δαρβινισμός δεν είναι να τρώει ο ένας την ψυχή του άλλου άλλα ο καθένας να τρώει την ίδια τη δική του! Ποιοι τελικά επιβίωσαν τρώγοντας τα σωθικά τους, τη συνείδηση τους, την ψυχή τους;

Ο Άνδης όταν εκπορνεύτηκε.
Η Μαρίνα όταν έπεσε στα ναρκωτικά.
Η Αυγούλα αφού τρεφόταν από μίσος και πικρία.
Ο Σαράντος ζώντας μες στην υποκρισία.
Η Αλίκη μέσα στον αποτυχημένο της γάμο. («Καταλαβαίνεις τι σημαίνει να βολεύεσαι σε μια κατάσταση που δεν γουστάρεις;»)

Άρα, με μαθηματική ακρίβεια, συμβιβασμός + παραίτηση = επιβίωση. Έτσι ακριβώς ζουν οι περισσότεροι την καθημερινότητα τους σε πολλούς τομείς: στις σχέσεις, στην εργασία, στην κοινωνία, στην πολιτική. Ποιος τολμάει να αλλάξει; Ακροβατούν πάνω στο όνειρο και μόνο λίγοι φτάνουν στην απέναντι όχθη. 

Ο καθένας ζει έναν εμφύλιο πόλεμο εντός του («Εμφύλιος άνοιξε μες στο αίμα της…»). Διχαζόμαστε και νικητής δεν υπάρχει. Μόνο πόνος και πληγές. Μέχρι που τα ξεχνάμε και τα βάζουμε όλα στην άκρη. Ζούμε με τις πληγές, τις απώλειες, τα μυστικά, τις χαμένες μάχες. Εντέλει, είμαστε όλοι «μικρές Ελλάδες». Αναρωτιέμαι αν ο έρωτας είναι ο μόνος τρόπος να απαλύνει κανείς τον πόνο. Διότι δεν έχουν όλοι την τύχη του Άνδη και της Θάλειας.

Αλίκη: «Και τι δεν θα ‘δινα να πληγωθώ από έναν μεγάλο έρωτα…»
Ο έρωτας είναι το μόνο αίσθημα όπου συνυπάρχουν όλα τα συναισθήματα: ευφορία, θλίψη, γέλιο, κλάμα, θυμός, αγανάκτηση, αγαλλίαση, πόνος, λαχτάρα. Όλα μαζί συντελούν στο πάθος για τη ζωή, τον χειμώνα άλλα και την αναγέννησή της. Τελικά, οι άνθρωποι ζουν για μια άνοιξη. Αυτός είναι ίσως ο πιο υγιής τρόπος επιβίωσης: η ελπίδα και η πίστη στην αγάπη.

Αντικομφορμισμός είναι να ρισκάρει κανείς και να δοθεί για πάντα. Αντικομφορμισμός είναι η απόλυτη αγάπη και το δόσιμο της ψυχής – όπως εκφράζει ο τίτλος του βιβλίου, το δικό μου να γίνει δικό σου. Όμως, ξεφεύγει από την καθιερωμένη εγωκεντρική σφαίρα των ανθρώπων. Δυσκολεύει, ξεβολεύει… Κι αν γίνει, συνήθως ο ένας δίνεται λίγο περισσότερο απ’ τον άλλον. Αυτό απεικονίζεται ξεκάθαρα αφού η Θάλεια δινόταν περισσότερο από τον Άνδη. Την αγαπούσε άλλα με τους δικούς του όρους μέσα από την τρέλα του για τη ζωή/τα πάθη/το κυνήγι της στιγμής.

Πιστεύω ότι αυτό που θέλει να εκφράσει ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος είναι ότι οφείλουμε να ξεφεύγουμε απ’ ότι μας θλίβει και να μην συσσωρεύεται μέσα μας σαν καρκίνωμα, ούτε να γινόμαστε σκιές…. Να μην συμβιβαζόμαστε, να κυνηγάμε το όνειρο, να βελτιωνόμαστε συνεχώς ώστε να υπάρξει ξανά ελπίδα. Σαν μονάδες άλλα και σαν σύνολο, οφείλουμε να βρούμε ξανά την πίστη μας στον έρωτα, στη φιλία και στην καλοσύνη των ανθρώπων.

Μ’ αυτό το μυθιστόρημα κατάφερε ξανά μ’ έναν ευφάνταστο τρόπο να πλέξει μια ιστορία με μυστήριο, αγωνία, έντονο συναίσθημα και πάνω απ’ όλα με νόημα. Έχει λυρισμό, ευφυΐα, ποίηση… είναι όμορφο, συναισθηματικό και ρυθμικό σαν έναν παραδοσιακό χορό. Μαγεύτηκα από κάθε φράση. Ταξίδεψα στον χρόνο, στην Ελλάδα και στις καρδιές των ηρώων. Ταξίδεψα στις ομορφιές και στα βάσανα της ψυχής. 

Όμως, ειλικρινά, ποιος νοιάζεται για τις ψυχές; Λίγοι νοιάζονται πραγματικά. Γιατί οι περισσότεροι είναι Νάρκισσοι εν αγνοία τους. Μες στα μάτια του συνομιλητή τους δεν βλέπουν την «ιστορία της ψυχής» άλλα βλέπουν να αντανακλάται η δική τους εικόνα. Διότι οι περισσότεροι ότι αγαπούν είναι δικό τους…