Tuesday, December 10, 2013

Σκέψεις για «Το δάσος των παιδιών» του Χρήστου Αγγελάκου


Αυτό που φοβόμαστε πιο πολύ είναι ο ίδιος μας ο εαυτός, η αλήθεια του εαυτού μας και η αλήθεια των γύρω μας.  Αυτός ο φόβος συνάμα με μια παράξενη αγωνία κυριαρχεί σε κάθε σελίδα του βιβλίου του Χρήστου Αγγελάκου, «Το δάσος των παιδιών».  Διότι κανείς δεν μπορεί να αντικρίσει την αλήθεια.  Ο κάθε πρωταγωνιστής βασανίζεται με το καθρέφτισμα των σκέψεών του.  Είτε κρύψουν την αλήθεια, είτε την αγνοήσουν, είτε την αντιμετωπίσουν, είτε την απορρίψουν, δεν έχει σημασία.  Διότι στο τέλος όλοι μοιάζουν χαμένοι. 

Διάβασα το βιβλίο μονορούφι, όμως όχι σαν έναν δροσερό φρεντοτσίνο με συντροφιά τη θάλασσα.  Όχι.  «Το δάσος των παιδιών» είναι σκοτεινό σαν το δάσος και απαιτεί να το πιει κανείς άσπρο-πάτο σαν σφηνάκι.  Θα κάψει τα σωθικά, θα αφήσει μια πίκρα στη γεύση όμως όλα καταλαγιάζουν αφού συνειδητοποιήσουμε ότι ένα λογοτεχνικό δημιούργημα είναι η αφορμή να μπούμε βαθιά μέσα στα δικά μας δάση.  Τι κρύβουν τα δικά μας δέντρα;  Ποια πάθη;  Ποιες αυταπάτες;  Πόσες τύψεις;  Πόσα θέλω;
 
Με την αίσθηση της παιδικής αφέλειας, όλοι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου (και του κόσμου) τρέχουν ανάμεσα στα δέντρα και στα πυκνά φυλλώματα για να ανακαλύψουν τις δικές τους κρυφές αλήθειες.  Όλες οι κρυφές, ερωτικές επιθυμίες μπλέκονται ανάμεσα στα κλαδιά των ηρώων ενώ οι ίδιοι τυλίγονται μεταξύ τους.  Ωστόσο, ο δαίμονας του σκότους καραδοκεί κυνηγώντας τον κάθε πρωταγωνιστή του βιβλίου (και του κόσμου) ως την άκρη του ίδιου δάσους.  Ποιος θα πέσει από εκεί;  Ποιος θα πετάξει προς την αλήθεια και ποιοι θα μείνουν να φλέγονται μες στο πυρωμένο δάσος παραμένει ένα απρόσμενο μυστήριο ως το τέλος του βιβλίου.  Και έτσι καιγόμαστε.  Μαζί με το δάσος.  Σαν το καυτό σφηνάκι που μόλις ήπιαμε.

Το βιβλίο τιμήθηκε με το Athens Prize for Literature από το Περιοδικό (δε)κατά το 2012.  Γραμμένο και δομημένο με πρωτότυπο και έξυπνο τρόπο, θυμίζει κλαδιά που άλλοτε απλώνονται για να ενωθούν με άλλα δέντρα και άλλοτε σπάνε από το βάρος των περιστάσεων.  Οι ενότητες παίζουν καθοριστικό ρόλο στη συρροή των σκέψεων.  Αποτυπώνονται όλα αβίαστα όμως με τη χάρη της αγωνιώδους προσμονής.  Λες και θέλει να προλάβουμε να ζήσουμε τον κάθε πόθο πριν χαθεί…το δάσος.  Και ύστερα που να κρυφτεί κανείς;


Tuesday, November 26, 2013

Σκέψεις για του Κόρμακ ΜακΚάρθυ «Ο δρόμος»

Η προσεγμένη γραφίδα του Κόρμακ ΜακΚάρθυ του χάρισε το Πούλιτζερ το 2007 για ένα από τα καλύτερα του βιβλία, ένα οδοιπορικό που χάραξε το δικό του δρόμο μες στην ψυχή μου.  «Ο δρόμος» δεν είναι μόνο ένα φουτουριστικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται σε μια γη καταστραμμένη, σε έναν χαμένο πολιτισμό άλλα είναι ένα βαθιά ανθρώπινο πόνημα που ανεξαρτήτως υπόθεσης ή αφηγηματικού λόγου, αποτυπώνεται ως ύψιστος ύμνος προς την ανθρώπινη φύση.
 
Όσοι το έχουν διαβάσει, σίγουρα θα αναρωτηθούν πως το ισχυρίζομαι αυτό.  Σε έναν κατεστραμμένο πλανήτη, δίχως φαγητό παρά ελάχιστες κονσέρβες και λίγο νερό προσπαθούν να επιζήσουν ένας πατέρας με τον μικρό του γιο.  Οι υπόλοιποι απομείναντες έχουν διαχωριστεί σε κυνηγημένους και σε κανίβαλους.  Γυναίκες γεννούν μωρά για να τα φάνε.  Ζωντανοί κρατιούνται σε καταπακτές σαν κρέατα σε αποθήκη τροφίμων.  Η επιθυμία να επιζήσει ο άνθρωπος μετατρέπει την ύπαρξη του σε κτήνος.  Θα αναρωτηθεί κανείς, γιατί να θελήσει να παραμείνει ζωντανός σε έναν τέτοιο κόσμο όπου όλα έχουν πεθάνει μέχρι και η ανθρώπινη συνείδηση.

Η γυναίκα του άντρα δεν ήθελε να ζήσει.  Επέλεξε να δώσει τέλος στη ζωή της, μια ζωή κυνηγημένη σε έναν δρόμο προς τη θάλασσα.  Ο άντρας δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια.  Είναι αποφασισμένος να οδηγήσει εκείνον και το παιδί του στην ακτή, στην άκρη της γης, στο τέλος του δρόμου.

Με τι δύναμη, όμως, ακολουθεί επί χρόνια αυτή την πορεία;  Ο γιος του απορεί με όσα βλέπει, ενώ μόνο αυτά έχει μάθει.  Γεννήθηκε μέσα στην καταστροφή.  Άλλα παιδιά δεν αντικρίζει, παρά μόνο ένα που είδε κάποτε μέσα σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι….  Το ότι υπήρχε και άλλο παιδί σε αυτόν τον κόσμο τάραξε το μικρό αγόρι.  Όλη η αθωότητα της φύσης καταγράφεται στο πρόσωπο αυτού του μικρού ήρωα.  Ενώ όλη η ουσία του βιβλίου αποτυπώνεται στην δική του αγαθή απορία:

«Μπαμπά; Το θυμάσαι εκείνο το παιδάκι;
Το θυμάμαι, ναι.
Λες να τα κατάφερε;  Είναι καλά λες;
Α, βέβαια.  Μια χαρά θα είναι.
Λες τελικά να είχε χαθεί;
Όχι.  Δεν νομίζω να είχε χαθεί.
Εγώ φοβάμαι ότι είχε χαθεί.
Εγώ δεν θ’ ανησυχούσα στη θέση σου.
Ναι, αλλά αν έχασε το δρόμο του ποιος θα το βρει;  Ποιος θα το βρει το παιδάκι;
Θα το βρει η καλοσύνη το παιδάκι.  Πάντα το βρίσκει.  Κι αυτό θα το βρει.»

Τελικά, τι τον οδηγεί τον πατέρα;  Πως υμνεί ο ΜακΚάρθυ τον άνθρωπο μέσα σε μια τόσο σκοτεινή ιστορία;  Μάλλον η ελπίδα πως θα βρεθεί η καλοσύνη ξανά.  Θα την βρει εκείνος ή το παιδί του.  Γιατί τελικά ο άνθρωπος μέσα μας δεν παύει να υπάρχει.

* Σημειώνω ότι το βιβλίο το διάβασα στα αγγλικά.  Ωστόσο, είχα την ευκαιρία να δω και την ελληνική έκδοση όπου θεωρώ τη μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ εξαιρετική.
Επιπλέον, συνιστώ το βιβλίο παρά το έργο, εκτός αν θέλετε να ρίξετε έναν ωραίο ύπνο στον καναπέ.

Friday, November 1, 2013

Σκέψεις για το μυθιστόρημα «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι» της Νίκης Αναστασέα


Εγκλωβισμένος μέσα στα στενά όρια του κάθε ήρωα και αντιήρωα, ο αναγνώστης πνίγεται από την ασφυξία καπνού και κλεισούρας, λες και το ίδιο το βιβλίο, «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι», μετατρέπεται σε φλεγόμενο τσιγάρο, σε αναπάντεχη φυλακή.  Μέρα με τη μέρα, μέσα από διακεκομμένες πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, η ασφυξία ενδυναμώνεται επικίνδυνα, η ανάγκη για αέρα είναι απελπιστική όσο είναι η ανυπομονησία να φτάσουμε στην τελευταία σελίδα.

Η Ηλέκτρα, η 21χρονη κόρη της Πέρσας και του Στέφανου, προφυλακίζεται γιατί το αγόρι που αγαπάει σκότωσε έναν αστυνομικό κι εκείνη αρνείται να καταθέσει εναντίον του.  Αναπνέουμε την κάπνα αυτής της ερώτησης ως την τελευταία σελίδα: Η Ηλέκτρα θα ελευθερωθεί;  Θα προδώσει την αγάπη για την ελευθερία;

Η Πέρσα, ωστόσο, έκανε ακριβώς το αντίθετο, προδίδοντας και εγκαταλείποντας την ελευθερία της για την αγάπη που είχε για τον γάμο της.  Επέλεξε να παραμείνει στη φυλακή της συζυγικής συμβίωσης, μέσα στο κλοιό της καλής γυναίκας, αποχαιρετώντας τον έρωτα που ζούσε επί οχτώ μήνες με τον ερωμένο της.

Όπως και ο Στέφανος ο οποίος εγκαταλείπει όλη του τη ζωή για την αγάπη προς την κόρη.  Αβίαστα και απελευθερωτικά, ο Στέφανος-Αγαμέμνονας αποφασίζει ότι αυτή η αγάπη είναι πιο ισχυρή από την προσωπική του ελευθερία.  «Δεν το αποφάσισα ούτε το σκέφτηκα.  Τη νοιώθω μαζί με τη ζεστασιά της γης να απλώνεται σαν ευλογία στο μυαλό και στην ψυχή μου.»

Εντούτοις, και ο αδερφός της Ηλέκτρας επίσης εγκαταλείπει την ιδέα της ήρεμης ζωής στο Λαύριο για χάρη της κοπέλας του, για χάρη της αγάπης.  «Μια ιδέα ήταν μόνο…» λέει πείθοντας την Τζίνα, πείθοντας τον εαυτό του ότι η αγάπη είναι πιο σημαντική από το όνειρο.

Η Ανθή, όμως, η θεία της Ηλέκτρας πήρε την ανήκουστη και αντισυμβατική απόφαση να ζήσει για την ελευθερία της, εγκαταλείποντας την αγάπη για την μητέρα της η οποία την είχε ανάγκη.  «Είναι μεγάλη ευκαιρία για μένα… Για μένα είναι η μοναδική που έχω.»  Και αυτό της κόστισε.  Η Πέρσα δεν της ξαναμίλησε ποτέ.  Παραδόξως, ζητά από την κόρη της να κάνει ακριβώς το ίδιο.  Να επιλέξει την προσωπική της ελευθερία.  Να μην σκλαβωθεί για την αγάπη.

Η ερώτηση που αναδύεται αφού ο αναγνώστης τελειώσει αυτό το έξοχα κεντημένο βιβλίο, που σφίγγει αγωνιωδώς την καρδιά και καθοδηγεί προς στον αυτοπροσδιορισμό, είναι:  «Τι θα έκανα εγώ;» 
Τι ζυγίζει περισσότερο στην ζυγαριά των προσωπικών αξιών, των κοινωνικών ηθών, και της ψυχικής επιθυμίας: η ΑΓΑΠΗ ή η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ;

Μόλις οι αποφάσεις παρθούν, σβήνεται το τσιγάρο, καθαρίζει το τοπίο, λιώνει το χιόνι που μας παγώνει, μας πνίγει και μας εγκλωβίζει.  Μας εξηγεί η Πέρσα,
«Έπρεπε να είμαι σίγουρη τι ήθελα να κάνω και ότι αυτό το ήθελα αμετανόητα.  Για όλη μου τη ζωή.  Για μένα, λέει, κι όχι για κάποιον άλλον.  Κι αυτό είναι το μόνο τίμιο.»

Παρά ταύτα, η τελική εκπνοή καπνού δραπετεύει απ’ τα χείλη μας με την ανάγνωση της τελευταίας πρότασης…  Μια νέα εισπνοή δροσερού αέρα μας αφήνει με τη γεύση της άνοιξης στα χείλη αφού κλείσουμε το βιβλίο των προσωπικών φυλακών και εφιαλτών καθώς έχει φύγει ο βαρύς χειμώνας από μέσα του. 

Monday, October 14, 2013

Σκέψεις για το μυθιστόρημα «Άγιοι και δαίμονες» του Γιάννη Καλπούζου

Το «Άγιοι και δαίμονες» με ταξίδεψε, μ’ έκανε να νιώσω ότι ζούσα τις ζωές των πρωταγωνιστών του – με τους αγίους και του δαίμονές τους.  Με τις φωτεινές και σκοτεινές πτυχές τους.  Με τις χαρές και τις κακοτυχίες τους.  Από την ακραία απόλαυση ως την ύστατη εξαθλίωση τους. Το βιβλίο έχει την οσμή των μεγάλων αντιθέσεων, όπως αρμόζει στην Πόλη στις αρχές του 19ου αιώνα.  Από τα σαγηνευτικά μύρα του κεντρικού ήρωα έως την πικρή γεύση του αίματος και του θανάτου. 

Ομολογώ ότι ενθουσιάστηκα. Πόσο πιο συγκλονιστικά μπορεί να γράφει κανείς;  Πόσο πιο ελκυστικά;  Πόσο πιο αληθινά;  Ο Καλπούζος έχει το σπάνιο χάρισμα να αναμειγνύει πολλά και ενδιαφέροντα θέματα σε όλα του τα βιβλία.  Μαγειρεύει το έμφυτο ταλέντο του με την ευφυΐα. Χαρακτηρίζεται ως κλασσικός συγγραφέας ιστορικού μυθιστορήματος, όμως, το «Άγιοι και Δαίμονες» δεν ακολουθεί συνταγές. Στέκεται αυτόνομα ως δείγμα μοναδικής γραφής, το οποίο εμπλουτίζεται από περιπετειώδη μυθοπλασία, ακριβή ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία, φιλοσοφία και στοχασμό, πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση και έναν μαγικό πλέξιμο των λέξεων.

Ωστόσο αποφάσισα να γράψω τις σκέψεις μου μόνο γύρω από ένα θέμα του βιβλίου. Θα σταθώ στο θέμα της γυναίκας.  Κατά την άποψη μου δεν έχει αλλάξει το στάτους της γυναίκας από τότε μέχρι τώρα.  Η γυναίκα τού σήμερα μπορεί να μην φορά φερετζέ, όμως είναι ακόμη αόρατη.  Δυστυχώς για να προσελκύσει πλέον το ενδιαφέρον χρειάζεται να βγάλει πολύ περισσότερα από έναν φερετζέ, ενώ κατά κόρον παραμένει αόρατη και ασήμαντη, ίσως περισσότερο από ποτέ.  Τουλάχιστον κάποτε την είχαν ανάγκη.  Την ποθούσαν.  Σήμερα ούτε ανάγκη την έχουν, ούτε την ποθούν.  Δεν υπάρχει ούτε πόθος, ούτε πάθος στην πλειονότητα των σχέσεων. Όχι εξαιτίας της απελευθέρωσής της άλλα εξαιτίας της ισοπέδωσης των πάντων. Δυστυχώς με τον χρόνο δεν άλλαξαν πολλά.  Η θέση της ιδανικής γυναίκας παραμένει ίδια.  Όσο πιο ταπεινή, τόσο πιο αόρατη. Σαν τη μάνα του κεντρικού ήρωα, του Τζανή.  Όσο πιο πιστή, τόσο πιο αόρατη (Αν ήταν πιστή η Μαριώρα, ταπεινή και αμίλητη, θα πέθαινε για χάρη της αγάπης).  Όσο πιο λιγομίλητη, τόσο πιο αόρατη.  Δηλαδή οι αρετές της καλής γυναίκας την εξατμίζουν.  

Και κάτι ακόμα:  η ισοπέδωση των αξιών, δυστυχώς, έχει κάνει τον καθένα να ψάχνει ακόμα περισσότερο το ακραίο για να νιώσει κάτι πέρα από την παγωμάρα που τον διακατέχει.  Αυτό το ακραίο που με απασχολεί είναι η εμμονή του σημερινού ανθρώπου με την τελειότητα.  Δεν υπάρχει τελειότητα στη φύση.  Ουδείς αλάνθαστος.  Ένας λόγος που είναι τόσο συμπαθής ο Αδάμος στην «Ουρανόπετρα», το νέο μυθιστόρημα του Καλπούζου, είναι επειδή έκανε τόσα λάθη!  Όμως εάν κάνει μια γυναίκα ένα λάθος, κατηγορείται πολλαπλάσια.  Τα παραδείγματα στο «Άγιοι και δαίμονες», είναι πάμπολλα. Εδώ θα αναφέρω τον αρχικό θυμό του Τζανή προς την Ισμιχάν, όταν σκεφτόταν ότι εκείνη φταίει για τον «ξενιτεμό» του.  Εκείνη φταίει που ερωτεύτηκε;  Καμιά γυναίκα δεν θα χρέωνε έναν άντρα γι’ αυτό.  Απεναντίας ο Τζανής ανακάλυψε την αγάπη προς τη μητέρα του μετά τον θάνατό της.  Τότε η Ζωσερή απέκτησε στην ψυχή του την αγάπη και τον σεβασμό που της άξιζε.  Κράτησε τρεις όμορφες αναμνήσεις από κείνη για να τις αναζητά στα δύσκολα σαν σωτήρια δύναμη, μη συγκρίσιμη με οποιαδήποτε άλλη.  Η μάνα, μετά θάνατον, ορίζεται στη μνήμη του ως η τέλεια γυναίκα. 

Θεωρώ πως μόνο αυτή η ψευδαίσθηση της τελειότητας προσελκύει πλέον.  Να είναι οι γυναίκες τέλειες σε όλα, να είναι άξιες (ή ισάξιες των αντρών), να έχουν όλες τις απαραίτητες αρετές... κατά τα πρότυπα των αντρών. Αν κάπου δεν πληρούν τα προσόντα, υπάρχουν άλλες γυναίκες στο χαρέμι.  Ή απλώς αρέσκονται οι άντρες να μένουν μόνοι τους (πλέον).  Και η γυναίκα μένει με τον «φερετζέ» περιμένοντας κάποιον να την προσεγγίσει... αόρατη.  Η ίδια ιστορία ανά τους αιώνες. 

Για πόσες σιωπές μιλά το «Άγιοι και Δαίμονες»!  Για πόσες αόρατες γυναίκες που ποθούν το βλέμμα ενός και μοναδικού άντρα! 
Η σιωπή της Ζωσερής ως απατημένη σύζυγος, όπως πίστευε η ίδια. 
Η σιωπή της Ισμιχάν, για όσο πίστευε ότι ο Λεωνής δεν την αγαπά πραγματικά. 
Η σιωπή της Μαριώρας, γνωρίζοντας ότι έχει δεύτερη γυναίκα ο Λεωνής. 
Η σιωπή της Εράστης αφότου αγάπησε τον Ανθία. 
Η σιωπή της Ροδόπης γνωρίζοντας ότι ο σύζυγος της συνωμοτεί με τον βιαστή της «Η Ροδόπη ωργίσθη σφόδρα, αν και εσιώπησε κι εκείνη». 
Η σιωπή της Λιονού, γιατί αγάπησε έναν Οθωμανό. 
Η σιωπή της Γιοχαή, η πιο τραγική σιωπή απ’ όλες. 

Βεβαίως αυτή η σιωπή στη σημερινή εποχή συνήθως μετατρέπεται σε πράξη ή σε φωνή.  Είναι προνόμιο της ισότητας μας.  Όμως αυτό δεν καταρρίπτει την αρχική μου άποψη ότι η γυναίκα παραμένει αόρατη ό,τι κι αν κάνει, όσο κι αν προσπαθεί να αποδεικνύει την ίδια της την ύπαρξη.  

Ο Καλπούζος δεν μας ταξιδεύει μόνο σε κόσμους του παρελθόντος άλλα και σε εσωτερικές αναζητήσεις της ψυχής - του κάθε ήρωα και του κάθε αναγνώστη - που αφορούν το σήμερα και το αύριο. Μέσα απ’ τα βιβλία του νιώθουμε περισσότερο την ύπαρξη μας.  (Σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Νιώθω, άρα υπάρχω.)   

Ζούμε και τώρα σε μια εποχή με μεγάλες αντιθέσεις και έντονους προβληματισμούς κι η μόνη μας λύτρωση είναι αυτά τα ταξίδια.  Εξάλλου αυτός είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας, όπως γράφει κι ο ίδιος ο συγγραφέας στο βιβλίο:

«Σκοπός της τέχνης, εκτός των άλλων, είναι να ημερέψει το άγριο εις τις ψυχές των ανθρώπων.  Κι ο φόβος είναι αγριότης.  Γνωρίζεις άλλον τρόπο ν’ απαλύνει τον φόβο των ημερών μας;» 
Εγώ δεν γνωρίζω άλλον τρόπο.  Μονάχα, ως άνθρωπος και γυναίκα, σκέπτομαι.


Tuesday, October 1, 2013

Σκέψεις για το μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη «Μέρες Αλεξάνδρειας»


«Μέρες Αλεξάνδρειας» είναι μέρες μεθυστικού πάθους, απροσδόκητων σχέσεων και κοινωνικών διαταραχών.  Είναι μερόνυχτα αναπνέοντας σελίδες και ήρωες.  Είναι μέρες γεμάτες δράση και απόδραση, χρωματιστά τοπία με γκρίζες υπάρξεις.  Αυτό είναι το εντυπωσιακό με το συγκεκριμένο ιστορικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη – το ότι οι αντιθέσεις δεν μας κουράζουν, ούτε μας προκαλούν ένταση.  Είναι μέρος της πολυμορφίας της Αλεξάνδρειας με την πολυγλωσσία και την ανάμεικτη Ευρωπαϊκή και Ανατολίτικη κουλτούρα. 

 Η ιστορία διαβάζεται απνευστί.  Η υπόθεση έχει περίπου ως εξής: Μια οικογένεια Ελλήνων καπνοβιομηχάνων ζει το μικρό της θαύμα με φόντο την ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας. Η μοίρα της δένεται ανεπίλυτα με τον Λιβανέζο Ελιάς Χούρι και τη Γαλλο-Eλβετίδα Υβέτ Σαντόν. Ιστορίες εμπορίου, πολιτικής, έρωτα και κατασκοπείας. Κάθε άνθρωπος της διασποράς έχει την ιστορία του, την οποία είναι πάντα πρόθυμος να διηγηθεί, παραλείποντας ωστόσο συχνά ένα μικρό μυστικό.  Από την Κωνσταντινούπολη ως τη Μασσαλία και από το Παρίσι ως τη Βιέννη ο κοσμοπολιτισμός δίνει τη δική του παράσταση. Όμως έρχεται η στιγμή που τα φώτα χαμηλώνουν στην Αλεξάνδρεια και η πόλη βυθίζεται αργά αλλά σταθερά στο σκοτάδι της παρακμής.

Πλημμύρισε ο νους από εικόνες και αρώματα άλλης εποχής. Ωστόσο, μου έκανε εντύπωση ότι παρόλο που υπήρχε ερωτισμός και πάθος στην υπόθεση, έλλειπε ο έρωτας - ένα βαθύ και απόλυτα ειλικρινές συναίσθημα που τελικά αδυνατούσαν οι ήρωες του βιβλίου να νιώσουν. Τα επιφανειακά συναισθήματα και τα πάθη των πρωταγωνιστών σαν να καθρέπτιζαν την ίδια την πόλη, την Αλεξάνδρεια. Όπως γράφει ο Στεφανάκης στο βιβλίο:

«Και ήταν στ’ αλήθεια καταστροφικό για μια αθώα ύπαρξη να βρίσκεται σε μια τόσο δόλια πόλη, όπου ακόμα κι ο αέρας που ανέπνεες ήταν μολυσμένος από τη σήψη του πάθους. Μεγάλη ξελογιάστρα η Αλεξάνδρεια!»  

Δηλαδή,  η ίδια η πόλη μίαινε τις αγαθές προθέσεις τους να συναντήσουν τον έρωτα, τη φιλία και την επαγγελματική καταξίωση.

Η Αλεξάνδρεια στην παρακμή της μοιάζει με την Υβέτ Σαντόν, μια γερασμένη ομορφιά, μια ύπαρξη στο τέλος της διαδρομής με μοναδικό έπαθλο την επιβίωση της σε μια κατά βάθος σκληρή πόλη.  Θύμα των παθών τους ήταν επίσης οι περισσότεροι ήρωες του βιβλίου.  Κάποια παραδείγματα αναφέρονται παρακάτω:

Ο Αντώνης Χάραμης ήταν θύμα του εφήμερου πάθους του με μια Ιταλίδα.  Ο καρπός του πάθους του τελικά τον κατέστρεψε.

Ο Κωστής Χάραμης ήταν θύμα του πάθους του για την επιτυχία.  Αίσθηση κάνει ότι προκειμένου να απαλλαχτεί από τα λόγια του κόσμου κατά τη διάρκεια του πολέμου, δεν τον ένοιαξε που τον εγκατέλειψε η πανέμορφη – όμως Εβραία – σύζυγος του, αφήνοντας πίσω την μοναχοκόρη τους.

Η Δάφνη Χάραμη ήταν θύμα της κλεπτομανίας και της αρχαιοκαπηλίας ενώ πάλευε να παραμείνει μια καθώς πρέπει κυρία της τάξης της.

Η γυναίκα του Κωστή, η Χάικε, ήταν θύμα του αλκοόλ όπου όλα μούδιαζαν μέσα της ώστε να μένει ανήμπορη να νιώσει άλλου είδους πάθους ή αγάπης.

Ο Μάχος Χάραμης στην παθιασμένη προσπάθεια του να βρει ένα βαθύτερο νόημα στις κοινωνικές τάξεις ήταν θύμα του Ναζιστικού κινήματος.

Η λίστα μπορεί να συνεχιστεί σαν ποτάμι που κατακλύζει το κείμενο από πάθη και εγωπάθεια.  Όμως εκεί είναι που παρασυρόμαστε.  Εκεί είναι που αναζητούμε να ζήσουμε αυτό το παραμύθι.  Γιατί οι «Μέρες Αλεξάνδρειας» είναι μέρες που δεν πρόκειται να ζήσουμε στην πραγματικότητα.  Άλλωστε γι’ αυτό τον λόγο υπάρχουν τα μεγαλειώδη μυθιστορήματα και οι πετυχημένοι συγγραφείς σαν τον Δημήτρη Στεφανάκη, ο οποίος το αντιλαμβάνεται αυτό στο έπακρον.

Sunday, September 22, 2013

Σκέψεις για το βιβλίο «Το παραμύθι των ψυχών» της Βούλας Μάστορη


Πόσο χαίρομαι που γνώρισα την ενήλικη γραφή της συγγραφέως παιδικής λογοτεχνίας, Βούλας Μάστορη, μέσα απ’ τη ζωή του Χρίστου, του Τιμολέοντα, της Αγγελικής και της Λυδίας… Επίσης, "Το παραμύθι των ψυχών", είναι ένα παραμύθι μεγάλου μήκους το οποίο μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω μια ολόκληρη εποχή γεμάτη αναταραχή αλλά και μαγεία. Αυτή η μαγεία δεν βρίσκεται μόνο στην ιστορία άλλα κυρίως στους μοναδικούς χαρακτήρες του βιβλίου.  Η ιστορία από μόνη της χτίζει το έδαφος να αναπτυχθούν και να συναρπάσουν οι ήρωες οι οποίοι κεντούν το νήμα αυτού του «παραμυθιού».
 
"Το παραμύθι των ψυχών" διαδραματίζεται στη Χίο και στη Μ. Ασία και δίνει μια τοιχογραφία της ελληνικής Ιωνίας στην τελευταία εκατονταετία της (1822-1922). Η ιστορία κινείται από μια παράξενη αλυσίδα γυναικών με ένα ιδιαίτερο "γνώρισμα" που κληρονομείται από πρωτοκόρη σε πρωτοκόρη, αλλά πρωταγωνιστές γίνονται διαδοχικά δύο άντρες - ο δίδυμος αδερφός μιας τέτοιας πρωτοκόρης και ο γιος του.

Ωστόσο, θα ήθελα να γράψω κυρίως για τους χαρακτήρες του βιβλίου διότι ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να βασιστεί μονάχα στην υπόθεση ή στον ιστορικό του υπόβαθρο.  Η Μάστορη μοιάζει να τους έζησε από κοντά, τους έπλασε με μαεστρία και τους φρόντισε σαν μάνα.  Τα συναισθήματα που προκαλούν στον κάθε αναγνώστη είναι πέρα για πέρα αληθινά.

Ο Χρίστος – τον αγάπησα, τον πόνεσα, λυπήθηκα όταν κλειδώθηκε στον οντά του. Πίστεψα πως έχασε το χάρισμά του. Δεν φαντάστηκα πως το χάρισμά του λειτουργούσε ώστε να επιστρέψει το «γνώρισμα» στην οικογένεια…. Η επιμονή του (και της Αντιγόνης) να επιστρέψει η ψυχούλα της χαμένης κόρης της Αντιγόνης στην οικογένεια έδεσε όλη την ιστορία. Απεικόνισε το «δέσιμο» της οικογένειας, την έννοια της απόλυτης αγάπης και αφοσίωσης, την έννοια της οικογενειακής ρίζας.

Ο Τιμολέοντας – επίσης τον αγάπησα και τον ένιωσα «σαν παιδί μου». Ήθελα να βρει τη στοργή που του έλειπε. Σε όλο το βιβλίο του έλειπε ένα κομμάτι της ψυχής του. Το έψαχνε απεγνωσμένα, μα και τους άλλους τους τραβούσε κοντά του να του εκπληρώσουν τον χαμένο του εαυτό. Ο Ομάν τον αγάπησε σαν γιο, ο Αμπτουραχμάν τον ήθελε παιδί του, ο Γιαννακός τον πήρε σπίτι του, ο Λαζαρίδης τον λάτρεψε, μέχρι και η θεία του τον ήθελε εραστή. Αλλά, μέχρι να γνωρίσει την Λυδία, ήταν ανεκπλήρωτη ψυχή. Την βρήκε και ησύχασε.

Η Λυδία – ένα πανέμορφο πλάσμα που δεν καταλάβαινε κανείς. Την ένιωσε με όλη του τη ψυχή ο Τιμολέοντας. Βρέθηκε ο κρίκος που έλειπε στην οικογένεια και γεννήθηκε ένα παιδί από την υπέρτατη αγάπη, το απόλυτο πάθος και την ύστατη ανάγκη. Στην ουσία ο Τιμολέοντας αντιπροσώπευε τον πατέρα του, και η Λυδία την Αντιγόνη. Αυτό το παιδί που γεννήθηκε, η Αγγελική, ήταν το πλάσμα που θα ένωνε την αγάπη των αδελφών και θα χάριζε την μεγαλύτερη δύναμη στην μυστική αλυσίδα της οικογένειας.

Το τέλος είναι εξιλεωτικό. Η Λυδία βρήκε ξανά τον Τιμολέοντα στον θάνατο και η Αγγελική βρήκε την μητέρα που την αναζητούσε. Θυσιάστηκαν δύο ψυχές για την ζωή ενός παιδιού…  Ένα πανέμορφο τέλος ενός παραμυθιού των ψυχών και των αισθημάτων.

Sunday, September 15, 2013

Σκέψεις για το μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού «Ανεμώλια»


Ένα ταξίδι προς το ανοιχτό πέλαγος και την αποφυγή των μεγάλων ευθυνών περιγράφεται με ποιητική γλαφυρότητα στο βραβευμένο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού, «Ανεμώλια».  Ένα βιβλίο που αντιπροσωπεύει την χαμένη γενιά των «εταίρων», φίλοι από το σχολείο, πέντε σαραντάρηδες αναπολούν την ανεμελιά της νιότης.  Όμως, η ιστορία δεν είναι τόσο απλή.  Δεν είναι ένα βιβλίο αντρών οι οποίοι διαθέτουν το ίδιο χιούμορ και την ίδια διάθεση από τα παλιά.  Δεν γελάμε και κλαίμε με τις τύχες τους.  Όχι μόνο.  Τα «Ανεμώλια» είναι ένα μυθιστόρημα που καθρεπτίζει μια ολόκληρη κοινωνία της σύγχρονης Ελλάδας, της νεοελληνικής πραγματικότητας.

Όπως περιγράφεται στο εξώφυλλο του βιβλίου, Τα «Ανεμώλια" είναι ένα βιβλίο για την αντρική φιλία και τη φυγή. Μια παρέα φίλων από παιδιά δραπετεύει μ' ένα ιστιοπλοϊκό στην αρχή του καλοκαιριού αφήνοντας πίσω για πάντα όλη την προηγούμενη ζωή τους. Μέσα από τις περιπέτειες του ταξιδιού, το πικρό χιούμορ, τα απρόοπτα και την παλινδρομική μνήμη του αφηγητή αναδύεται ο πρόσφατος νεοελληνικός μηδενισμός και η δίνη στην οποία έχει πέσει η χώρα τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Μοιάζει να θέλει μια ολόκληρη γενιά να πετάξει προς το πουθενά, να τα παρατήσει όλα για χάρη της φυγής.  Μοιάζει να μην υπάρχει μέσος όρος πλέον.  Όλα υφίστανται ως ακραία -- όλα όσα πιστεύουμε, ζούμε, αισθανόμαστε.  Βρισκόμαστε ανάμεσα σε δύο πόλους μεταξύ μιζέριας και απόλυτης ελαφρότητας.  Η κατάθλιψη της μεσοαστικής μάζας αντιπαρατίθεται με τα ροζ σύννεφα των ξένοιαστων ελλήνων.  Κάπως σαν τη σύγχρονη λογοτεχνία μας.  Κάπως σαν την σύγχρονη ποπ κουλτούρα μας.  Η αμβροσία των λίγων έναντι του φαστ φουντ των πολλών.  Η καλοτυχία, η ευημερία, η υπέρτατη χαρά έναντι της κακοτυχίας, της θλίψης και της απελπισίας του Έλληνα.

Μα, που πήγε ο μέσος όρος;  Μοιάζει να υπάρχουν λίγοι που έχουν απομείνει στη μέση.  Οι ακραίες συμπεριφορές μας κυριεύουν: η χυδαιολογία, η βιαιότητα, το επιφανειακό, το νεκρό βλέμμα, η απάθεια, το μπανάλ (μερικά χαρακτηριστικά αντιπροσωπεύουν και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές).  Που πήγε όμως ο μέσος όρος, ο μέσος Έλληνας;  Υπήρχε ποτέ ικανοποίηση;  Συμβιβασμός;  Ευαρέσκεια;  Ως λαός υπήρχαμε κάποτε ευτυχισμένοι δίχως να μας τραβολογούν οι δύο πόλοι της μιζέριας και της ελαφρότητας;  Να πρέπει να ανήκουμε σε ένα από τους δύο;  Εκείνοι που βρίσκονται ακριβώς στη μέση, τους ακούει κανείς;  Αναρωτιέμαι αν η μετριότητα έχει φωνή.

Επιπλέον, η αγωνία των πρωταγωνιστών να εξιδανικεύουν το παρελθόν, μου θύμισε το «Αμερικανικό ειδύλλιο» του Φίλιπ Ροθ.  Η έντονη επιθυμία να γυρίσουν στο ειδυλλιακό παρελθόν δεν αφήνει περιθώριο στους άντρες της παλαιάς γειτονιάς της Θεσσαλονίκης να αναπτυχθούν μαζί με μια κοινωνία που αλλάζει, μεταμορφώνεται και επομένως ωριμάζει.  Δεν αφήνει ούτε το περιθώριο να κατανοήσουν τις αντιξοότητες και τις τραγωδίες που ακολουθούν τη ζωή του καθενός.  Παρόμοια εξέλιξη έχει και ο πρωταγωνιστής του Ροθ ο οποίος αντί να βρει τρόπο φυγής, οχυρώνεται στην ψευδαίσθηση μιας άνετης προαστιακής ζωής, ανήμπορος να αντιμετωπίσει την σκληρή πραγματικότητα που τον περικυκλώνει.

Στο ταξίδι της φυγής « …το πιο σημαντικό ήταν όχι που θα πάμε άλλα αν θ’ αλλάξουμε ποτέ εμείς οι ίδιοι…»  Στο ταξίδι της ζωής, ίδιοι δεν μένουμε.  Και όσο φωνάζει όλη η παρέα του Θερσίτη μέσα της αυτό που εκφράζει δυνατά η γυναίκα του Μυκηναίου, «Φέρε τα νιάτα μου πίσω!», τα νιάτα δεν επιστρέφουν.  Άρα κοιτάζουμε μπροστά στο ανοιχτό πέλαγος.  Γιατί η ζωή είναι μια θάλασσα σε όλο της το μεγαλείο.  Ο Ζουργός μας μαγεύει με την αφήγηση του και μας παρασύρει σε αυτό το ταξίδι του άπιαστου ονείρου.  Όμως, γνωρίζει καλά το πώς θα μας προσγειώσει.  Η Ιθάκη του είναι εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε.  Είναι η ίδια η ζωή που ζούμε.  Το ταξίδι είναι κυκλικό.  Γιατί υπάρχει μέσος όρος.  Υπάρχει συμβιβασμός και ευχαρίστηση σε αυτή την επιλογή.

«Τελείωσα το ημερολόγιο και τώρα δεν ξέρω τι να το κάνω.  Κοινές ιστορίες με καθημερινούς ανθρώπους, ποιον ενδιαφέρει;» αναρωτιέται ο Νίκος Χαλκίνης, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου.
Εμάς ενδιαφέρει, φυσικά.  Όλους εμάς τους κοινούς άλλα ιδιαίτερους ανθρώπους που ζούμε ώσπου να φτάσουμε στο τέλος του ίδιου κύκλου.