Sunday, September 22, 2013

Σκέψεις για το βιβλίο «Το παραμύθι των ψυχών» της Βούλας Μάστορη


Πόσο χαίρομαι που γνώρισα την ενήλικη γραφή της συγγραφέως παιδικής λογοτεχνίας, Βούλας Μάστορη, μέσα απ’ τη ζωή του Χρίστου, του Τιμολέοντα, της Αγγελικής και της Λυδίας… Επίσης, "Το παραμύθι των ψυχών", είναι ένα παραμύθι μεγάλου μήκους το οποίο μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω μια ολόκληρη εποχή γεμάτη αναταραχή αλλά και μαγεία. Αυτή η μαγεία δεν βρίσκεται μόνο στην ιστορία άλλα κυρίως στους μοναδικούς χαρακτήρες του βιβλίου.  Η ιστορία από μόνη της χτίζει το έδαφος να αναπτυχθούν και να συναρπάσουν οι ήρωες οι οποίοι κεντούν το νήμα αυτού του «παραμυθιού».
 
"Το παραμύθι των ψυχών" διαδραματίζεται στη Χίο και στη Μ. Ασία και δίνει μια τοιχογραφία της ελληνικής Ιωνίας στην τελευταία εκατονταετία της (1822-1922). Η ιστορία κινείται από μια παράξενη αλυσίδα γυναικών με ένα ιδιαίτερο "γνώρισμα" που κληρονομείται από πρωτοκόρη σε πρωτοκόρη, αλλά πρωταγωνιστές γίνονται διαδοχικά δύο άντρες - ο δίδυμος αδερφός μιας τέτοιας πρωτοκόρης και ο γιος του.

Ωστόσο, θα ήθελα να γράψω κυρίως για τους χαρακτήρες του βιβλίου διότι ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να βασιστεί μονάχα στην υπόθεση ή στον ιστορικό του υπόβαθρο.  Η Μάστορη μοιάζει να τους έζησε από κοντά, τους έπλασε με μαεστρία και τους φρόντισε σαν μάνα.  Τα συναισθήματα που προκαλούν στον κάθε αναγνώστη είναι πέρα για πέρα αληθινά.

Ο Χρίστος – τον αγάπησα, τον πόνεσα, λυπήθηκα όταν κλειδώθηκε στον οντά του. Πίστεψα πως έχασε το χάρισμά του. Δεν φαντάστηκα πως το χάρισμά του λειτουργούσε ώστε να επιστρέψει το «γνώρισμα» στην οικογένεια…. Η επιμονή του (και της Αντιγόνης) να επιστρέψει η ψυχούλα της χαμένης κόρης της Αντιγόνης στην οικογένεια έδεσε όλη την ιστορία. Απεικόνισε το «δέσιμο» της οικογένειας, την έννοια της απόλυτης αγάπης και αφοσίωσης, την έννοια της οικογενειακής ρίζας.

Ο Τιμολέοντας – επίσης τον αγάπησα και τον ένιωσα «σαν παιδί μου». Ήθελα να βρει τη στοργή που του έλειπε. Σε όλο το βιβλίο του έλειπε ένα κομμάτι της ψυχής του. Το έψαχνε απεγνωσμένα, μα και τους άλλους τους τραβούσε κοντά του να του εκπληρώσουν τον χαμένο του εαυτό. Ο Ομάν τον αγάπησε σαν γιο, ο Αμπτουραχμάν τον ήθελε παιδί του, ο Γιαννακός τον πήρε σπίτι του, ο Λαζαρίδης τον λάτρεψε, μέχρι και η θεία του τον ήθελε εραστή. Αλλά, μέχρι να γνωρίσει την Λυδία, ήταν ανεκπλήρωτη ψυχή. Την βρήκε και ησύχασε.

Η Λυδία – ένα πανέμορφο πλάσμα που δεν καταλάβαινε κανείς. Την ένιωσε με όλη του τη ψυχή ο Τιμολέοντας. Βρέθηκε ο κρίκος που έλειπε στην οικογένεια και γεννήθηκε ένα παιδί από την υπέρτατη αγάπη, το απόλυτο πάθος και την ύστατη ανάγκη. Στην ουσία ο Τιμολέοντας αντιπροσώπευε τον πατέρα του, και η Λυδία την Αντιγόνη. Αυτό το παιδί που γεννήθηκε, η Αγγελική, ήταν το πλάσμα που θα ένωνε την αγάπη των αδελφών και θα χάριζε την μεγαλύτερη δύναμη στην μυστική αλυσίδα της οικογένειας.

Το τέλος είναι εξιλεωτικό. Η Λυδία βρήκε ξανά τον Τιμολέοντα στον θάνατο και η Αγγελική βρήκε την μητέρα που την αναζητούσε. Θυσιάστηκαν δύο ψυχές για την ζωή ενός παιδιού…  Ένα πανέμορφο τέλος ενός παραμυθιού των ψυχών και των αισθημάτων.

Sunday, September 15, 2013

Σκέψεις για το μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουργού «Ανεμώλια»


Ένα ταξίδι προς το ανοιχτό πέλαγος και την αποφυγή των μεγάλων ευθυνών περιγράφεται με ποιητική γλαφυρότητα στο βραβευμένο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού, «Ανεμώλια».  Ένα βιβλίο που αντιπροσωπεύει την χαμένη γενιά των «εταίρων», φίλοι από το σχολείο, πέντε σαραντάρηδες αναπολούν την ανεμελιά της νιότης.  Όμως, η ιστορία δεν είναι τόσο απλή.  Δεν είναι ένα βιβλίο αντρών οι οποίοι διαθέτουν το ίδιο χιούμορ και την ίδια διάθεση από τα παλιά.  Δεν γελάμε και κλαίμε με τις τύχες τους.  Όχι μόνο.  Τα «Ανεμώλια» είναι ένα μυθιστόρημα που καθρεπτίζει μια ολόκληρη κοινωνία της σύγχρονης Ελλάδας, της νεοελληνικής πραγματικότητας.

Όπως περιγράφεται στο εξώφυλλο του βιβλίου, Τα «Ανεμώλια" είναι ένα βιβλίο για την αντρική φιλία και τη φυγή. Μια παρέα φίλων από παιδιά δραπετεύει μ' ένα ιστιοπλοϊκό στην αρχή του καλοκαιριού αφήνοντας πίσω για πάντα όλη την προηγούμενη ζωή τους. Μέσα από τις περιπέτειες του ταξιδιού, το πικρό χιούμορ, τα απρόοπτα και την παλινδρομική μνήμη του αφηγητή αναδύεται ο πρόσφατος νεοελληνικός μηδενισμός και η δίνη στην οποία έχει πέσει η χώρα τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Μοιάζει να θέλει μια ολόκληρη γενιά να πετάξει προς το πουθενά, να τα παρατήσει όλα για χάρη της φυγής.  Μοιάζει να μην υπάρχει μέσος όρος πλέον.  Όλα υφίστανται ως ακραία -- όλα όσα πιστεύουμε, ζούμε, αισθανόμαστε.  Βρισκόμαστε ανάμεσα σε δύο πόλους μεταξύ μιζέριας και απόλυτης ελαφρότητας.  Η κατάθλιψη της μεσοαστικής μάζας αντιπαρατίθεται με τα ροζ σύννεφα των ξένοιαστων ελλήνων.  Κάπως σαν τη σύγχρονη λογοτεχνία μας.  Κάπως σαν την σύγχρονη ποπ κουλτούρα μας.  Η αμβροσία των λίγων έναντι του φαστ φουντ των πολλών.  Η καλοτυχία, η ευημερία, η υπέρτατη χαρά έναντι της κακοτυχίας, της θλίψης και της απελπισίας του Έλληνα.

Μα, που πήγε ο μέσος όρος;  Μοιάζει να υπάρχουν λίγοι που έχουν απομείνει στη μέση.  Οι ακραίες συμπεριφορές μας κυριεύουν: η χυδαιολογία, η βιαιότητα, το επιφανειακό, το νεκρό βλέμμα, η απάθεια, το μπανάλ (μερικά χαρακτηριστικά αντιπροσωπεύουν και τους ίδιους τους πρωταγωνιστές).  Που πήγε όμως ο μέσος όρος, ο μέσος Έλληνας;  Υπήρχε ποτέ ικανοποίηση;  Συμβιβασμός;  Ευαρέσκεια;  Ως λαός υπήρχαμε κάποτε ευτυχισμένοι δίχως να μας τραβολογούν οι δύο πόλοι της μιζέριας και της ελαφρότητας;  Να πρέπει να ανήκουμε σε ένα από τους δύο;  Εκείνοι που βρίσκονται ακριβώς στη μέση, τους ακούει κανείς;  Αναρωτιέμαι αν η μετριότητα έχει φωνή.

Επιπλέον, η αγωνία των πρωταγωνιστών να εξιδανικεύουν το παρελθόν, μου θύμισε το «Αμερικανικό ειδύλλιο» του Φίλιπ Ροθ.  Η έντονη επιθυμία να γυρίσουν στο ειδυλλιακό παρελθόν δεν αφήνει περιθώριο στους άντρες της παλαιάς γειτονιάς της Θεσσαλονίκης να αναπτυχθούν μαζί με μια κοινωνία που αλλάζει, μεταμορφώνεται και επομένως ωριμάζει.  Δεν αφήνει ούτε το περιθώριο να κατανοήσουν τις αντιξοότητες και τις τραγωδίες που ακολουθούν τη ζωή του καθενός.  Παρόμοια εξέλιξη έχει και ο πρωταγωνιστής του Ροθ ο οποίος αντί να βρει τρόπο φυγής, οχυρώνεται στην ψευδαίσθηση μιας άνετης προαστιακής ζωής, ανήμπορος να αντιμετωπίσει την σκληρή πραγματικότητα που τον περικυκλώνει.

Στο ταξίδι της φυγής « …το πιο σημαντικό ήταν όχι που θα πάμε άλλα αν θ’ αλλάξουμε ποτέ εμείς οι ίδιοι…»  Στο ταξίδι της ζωής, ίδιοι δεν μένουμε.  Και όσο φωνάζει όλη η παρέα του Θερσίτη μέσα της αυτό που εκφράζει δυνατά η γυναίκα του Μυκηναίου, «Φέρε τα νιάτα μου πίσω!», τα νιάτα δεν επιστρέφουν.  Άρα κοιτάζουμε μπροστά στο ανοιχτό πέλαγος.  Γιατί η ζωή είναι μια θάλασσα σε όλο της το μεγαλείο.  Ο Ζουργός μας μαγεύει με την αφήγηση του και μας παρασύρει σε αυτό το ταξίδι του άπιαστου ονείρου.  Όμως, γνωρίζει καλά το πώς θα μας προσγειώσει.  Η Ιθάκη του είναι εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε.  Είναι η ίδια η ζωή που ζούμε.  Το ταξίδι είναι κυκλικό.  Γιατί υπάρχει μέσος όρος.  Υπάρχει συμβιβασμός και ευχαρίστηση σε αυτή την επιλογή.

«Τελείωσα το ημερολόγιο και τώρα δεν ξέρω τι να το κάνω.  Κοινές ιστορίες με καθημερινούς ανθρώπους, ποιον ενδιαφέρει;» αναρωτιέται ο Νίκος Χαλκίνης, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου.
Εμάς ενδιαφέρει, φυσικά.  Όλους εμάς τους κοινούς άλλα ιδιαίτερους ανθρώπους που ζούμε ώσπου να φτάσουμε στο τέλος του ίδιου κύκλου.