Monday, October 14, 2013

Σκέψεις για το μυθιστόρημα «Άγιοι και δαίμονες» του Γιάννη Καλπούζου

Το «Άγιοι και δαίμονες» με ταξίδεψε, μ’ έκανε να νιώσω ότι ζούσα τις ζωές των πρωταγωνιστών του – με τους αγίους και του δαίμονές τους.  Με τις φωτεινές και σκοτεινές πτυχές τους.  Με τις χαρές και τις κακοτυχίες τους.  Από την ακραία απόλαυση ως την ύστατη εξαθλίωση τους. Το βιβλίο έχει την οσμή των μεγάλων αντιθέσεων, όπως αρμόζει στην Πόλη στις αρχές του 19ου αιώνα.  Από τα σαγηνευτικά μύρα του κεντρικού ήρωα έως την πικρή γεύση του αίματος και του θανάτου. 

Ομολογώ ότι ενθουσιάστηκα. Πόσο πιο συγκλονιστικά μπορεί να γράφει κανείς;  Πόσο πιο ελκυστικά;  Πόσο πιο αληθινά;  Ο Καλπούζος έχει το σπάνιο χάρισμα να αναμειγνύει πολλά και ενδιαφέροντα θέματα σε όλα του τα βιβλία.  Μαγειρεύει το έμφυτο ταλέντο του με την ευφυΐα. Χαρακτηρίζεται ως κλασσικός συγγραφέας ιστορικού μυθιστορήματος, όμως, το «Άγιοι και Δαίμονες» δεν ακολουθεί συνταγές. Στέκεται αυτόνομα ως δείγμα μοναδικής γραφής, το οποίο εμπλουτίζεται από περιπετειώδη μυθοπλασία, ακριβή ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία, φιλοσοφία και στοχασμό, πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση και έναν μαγικό πλέξιμο των λέξεων.

Ωστόσο αποφάσισα να γράψω τις σκέψεις μου μόνο γύρω από ένα θέμα του βιβλίου. Θα σταθώ στο θέμα της γυναίκας.  Κατά την άποψη μου δεν έχει αλλάξει το στάτους της γυναίκας από τότε μέχρι τώρα.  Η γυναίκα τού σήμερα μπορεί να μην φορά φερετζέ, όμως είναι ακόμη αόρατη.  Δυστυχώς για να προσελκύσει πλέον το ενδιαφέρον χρειάζεται να βγάλει πολύ περισσότερα από έναν φερετζέ, ενώ κατά κόρον παραμένει αόρατη και ασήμαντη, ίσως περισσότερο από ποτέ.  Τουλάχιστον κάποτε την είχαν ανάγκη.  Την ποθούσαν.  Σήμερα ούτε ανάγκη την έχουν, ούτε την ποθούν.  Δεν υπάρχει ούτε πόθος, ούτε πάθος στην πλειονότητα των σχέσεων. Όχι εξαιτίας της απελευθέρωσής της άλλα εξαιτίας της ισοπέδωσης των πάντων. Δυστυχώς με τον χρόνο δεν άλλαξαν πολλά.  Η θέση της ιδανικής γυναίκας παραμένει ίδια.  Όσο πιο ταπεινή, τόσο πιο αόρατη. Σαν τη μάνα του κεντρικού ήρωα, του Τζανή.  Όσο πιο πιστή, τόσο πιο αόρατη (Αν ήταν πιστή η Μαριώρα, ταπεινή και αμίλητη, θα πέθαινε για χάρη της αγάπης).  Όσο πιο λιγομίλητη, τόσο πιο αόρατη.  Δηλαδή οι αρετές της καλής γυναίκας την εξατμίζουν.  

Και κάτι ακόμα:  η ισοπέδωση των αξιών, δυστυχώς, έχει κάνει τον καθένα να ψάχνει ακόμα περισσότερο το ακραίο για να νιώσει κάτι πέρα από την παγωμάρα που τον διακατέχει.  Αυτό το ακραίο που με απασχολεί είναι η εμμονή του σημερινού ανθρώπου με την τελειότητα.  Δεν υπάρχει τελειότητα στη φύση.  Ουδείς αλάνθαστος.  Ένας λόγος που είναι τόσο συμπαθής ο Αδάμος στην «Ουρανόπετρα», το νέο μυθιστόρημα του Καλπούζου, είναι επειδή έκανε τόσα λάθη!  Όμως εάν κάνει μια γυναίκα ένα λάθος, κατηγορείται πολλαπλάσια.  Τα παραδείγματα στο «Άγιοι και δαίμονες», είναι πάμπολλα. Εδώ θα αναφέρω τον αρχικό θυμό του Τζανή προς την Ισμιχάν, όταν σκεφτόταν ότι εκείνη φταίει για τον «ξενιτεμό» του.  Εκείνη φταίει που ερωτεύτηκε;  Καμιά γυναίκα δεν θα χρέωνε έναν άντρα γι’ αυτό.  Απεναντίας ο Τζανής ανακάλυψε την αγάπη προς τη μητέρα του μετά τον θάνατό της.  Τότε η Ζωσερή απέκτησε στην ψυχή του την αγάπη και τον σεβασμό που της άξιζε.  Κράτησε τρεις όμορφες αναμνήσεις από κείνη για να τις αναζητά στα δύσκολα σαν σωτήρια δύναμη, μη συγκρίσιμη με οποιαδήποτε άλλη.  Η μάνα, μετά θάνατον, ορίζεται στη μνήμη του ως η τέλεια γυναίκα. 

Θεωρώ πως μόνο αυτή η ψευδαίσθηση της τελειότητας προσελκύει πλέον.  Να είναι οι γυναίκες τέλειες σε όλα, να είναι άξιες (ή ισάξιες των αντρών), να έχουν όλες τις απαραίτητες αρετές... κατά τα πρότυπα των αντρών. Αν κάπου δεν πληρούν τα προσόντα, υπάρχουν άλλες γυναίκες στο χαρέμι.  Ή απλώς αρέσκονται οι άντρες να μένουν μόνοι τους (πλέον).  Και η γυναίκα μένει με τον «φερετζέ» περιμένοντας κάποιον να την προσεγγίσει... αόρατη.  Η ίδια ιστορία ανά τους αιώνες. 

Για πόσες σιωπές μιλά το «Άγιοι και Δαίμονες»!  Για πόσες αόρατες γυναίκες που ποθούν το βλέμμα ενός και μοναδικού άντρα! 
Η σιωπή της Ζωσερής ως απατημένη σύζυγος, όπως πίστευε η ίδια. 
Η σιωπή της Ισμιχάν, για όσο πίστευε ότι ο Λεωνής δεν την αγαπά πραγματικά. 
Η σιωπή της Μαριώρας, γνωρίζοντας ότι έχει δεύτερη γυναίκα ο Λεωνής. 
Η σιωπή της Εράστης αφότου αγάπησε τον Ανθία. 
Η σιωπή της Ροδόπης γνωρίζοντας ότι ο σύζυγος της συνωμοτεί με τον βιαστή της «Η Ροδόπη ωργίσθη σφόδρα, αν και εσιώπησε κι εκείνη». 
Η σιωπή της Λιονού, γιατί αγάπησε έναν Οθωμανό. 
Η σιωπή της Γιοχαή, η πιο τραγική σιωπή απ’ όλες. 

Βεβαίως αυτή η σιωπή στη σημερινή εποχή συνήθως μετατρέπεται σε πράξη ή σε φωνή.  Είναι προνόμιο της ισότητας μας.  Όμως αυτό δεν καταρρίπτει την αρχική μου άποψη ότι η γυναίκα παραμένει αόρατη ό,τι κι αν κάνει, όσο κι αν προσπαθεί να αποδεικνύει την ίδια της την ύπαρξη.  

Ο Καλπούζος δεν μας ταξιδεύει μόνο σε κόσμους του παρελθόντος άλλα και σε εσωτερικές αναζητήσεις της ψυχής - του κάθε ήρωα και του κάθε αναγνώστη - που αφορούν το σήμερα και το αύριο. Μέσα απ’ τα βιβλία του νιώθουμε περισσότερο την ύπαρξη μας.  (Σκέφτομαι, άρα υπάρχω. Νιώθω, άρα υπάρχω.)   

Ζούμε και τώρα σε μια εποχή με μεγάλες αντιθέσεις και έντονους προβληματισμούς κι η μόνη μας λύτρωση είναι αυτά τα ταξίδια.  Εξάλλου αυτός είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας, όπως γράφει κι ο ίδιος ο συγγραφέας στο βιβλίο:

«Σκοπός της τέχνης, εκτός των άλλων, είναι να ημερέψει το άγριο εις τις ψυχές των ανθρώπων.  Κι ο φόβος είναι αγριότης.  Γνωρίζεις άλλον τρόπο ν’ απαλύνει τον φόβο των ημερών μας;» 
Εγώ δεν γνωρίζω άλλον τρόπο.  Μονάχα, ως άνθρωπος και γυναίκα, σκέπτομαι.


Tuesday, October 1, 2013

Σκέψεις για το μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη «Μέρες Αλεξάνδρειας»


«Μέρες Αλεξάνδρειας» είναι μέρες μεθυστικού πάθους, απροσδόκητων σχέσεων και κοινωνικών διαταραχών.  Είναι μερόνυχτα αναπνέοντας σελίδες και ήρωες.  Είναι μέρες γεμάτες δράση και απόδραση, χρωματιστά τοπία με γκρίζες υπάρξεις.  Αυτό είναι το εντυπωσιακό με το συγκεκριμένο ιστορικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη – το ότι οι αντιθέσεις δεν μας κουράζουν, ούτε μας προκαλούν ένταση.  Είναι μέρος της πολυμορφίας της Αλεξάνδρειας με την πολυγλωσσία και την ανάμεικτη Ευρωπαϊκή και Ανατολίτικη κουλτούρα. 

 Η ιστορία διαβάζεται απνευστί.  Η υπόθεση έχει περίπου ως εξής: Μια οικογένεια Ελλήνων καπνοβιομηχάνων ζει το μικρό της θαύμα με φόντο την ελληνική παροικία της Αλεξάνδρειας. Η μοίρα της δένεται ανεπίλυτα με τον Λιβανέζο Ελιάς Χούρι και τη Γαλλο-Eλβετίδα Υβέτ Σαντόν. Ιστορίες εμπορίου, πολιτικής, έρωτα και κατασκοπείας. Κάθε άνθρωπος της διασποράς έχει την ιστορία του, την οποία είναι πάντα πρόθυμος να διηγηθεί, παραλείποντας ωστόσο συχνά ένα μικρό μυστικό.  Από την Κωνσταντινούπολη ως τη Μασσαλία και από το Παρίσι ως τη Βιέννη ο κοσμοπολιτισμός δίνει τη δική του παράσταση. Όμως έρχεται η στιγμή που τα φώτα χαμηλώνουν στην Αλεξάνδρεια και η πόλη βυθίζεται αργά αλλά σταθερά στο σκοτάδι της παρακμής.

Πλημμύρισε ο νους από εικόνες και αρώματα άλλης εποχής. Ωστόσο, μου έκανε εντύπωση ότι παρόλο που υπήρχε ερωτισμός και πάθος στην υπόθεση, έλλειπε ο έρωτας - ένα βαθύ και απόλυτα ειλικρινές συναίσθημα που τελικά αδυνατούσαν οι ήρωες του βιβλίου να νιώσουν. Τα επιφανειακά συναισθήματα και τα πάθη των πρωταγωνιστών σαν να καθρέπτιζαν την ίδια την πόλη, την Αλεξάνδρεια. Όπως γράφει ο Στεφανάκης στο βιβλίο:

«Και ήταν στ’ αλήθεια καταστροφικό για μια αθώα ύπαρξη να βρίσκεται σε μια τόσο δόλια πόλη, όπου ακόμα κι ο αέρας που ανέπνεες ήταν μολυσμένος από τη σήψη του πάθους. Μεγάλη ξελογιάστρα η Αλεξάνδρεια!»  

Δηλαδή,  η ίδια η πόλη μίαινε τις αγαθές προθέσεις τους να συναντήσουν τον έρωτα, τη φιλία και την επαγγελματική καταξίωση.

Η Αλεξάνδρεια στην παρακμή της μοιάζει με την Υβέτ Σαντόν, μια γερασμένη ομορφιά, μια ύπαρξη στο τέλος της διαδρομής με μοναδικό έπαθλο την επιβίωση της σε μια κατά βάθος σκληρή πόλη.  Θύμα των παθών τους ήταν επίσης οι περισσότεροι ήρωες του βιβλίου.  Κάποια παραδείγματα αναφέρονται παρακάτω:

Ο Αντώνης Χάραμης ήταν θύμα του εφήμερου πάθους του με μια Ιταλίδα.  Ο καρπός του πάθους του τελικά τον κατέστρεψε.

Ο Κωστής Χάραμης ήταν θύμα του πάθους του για την επιτυχία.  Αίσθηση κάνει ότι προκειμένου να απαλλαχτεί από τα λόγια του κόσμου κατά τη διάρκεια του πολέμου, δεν τον ένοιαξε που τον εγκατέλειψε η πανέμορφη – όμως Εβραία – σύζυγος του, αφήνοντας πίσω την μοναχοκόρη τους.

Η Δάφνη Χάραμη ήταν θύμα της κλεπτομανίας και της αρχαιοκαπηλίας ενώ πάλευε να παραμείνει μια καθώς πρέπει κυρία της τάξης της.

Η γυναίκα του Κωστή, η Χάικε, ήταν θύμα του αλκοόλ όπου όλα μούδιαζαν μέσα της ώστε να μένει ανήμπορη να νιώσει άλλου είδους πάθους ή αγάπης.

Ο Μάχος Χάραμης στην παθιασμένη προσπάθεια του να βρει ένα βαθύτερο νόημα στις κοινωνικές τάξεις ήταν θύμα του Ναζιστικού κινήματος.

Η λίστα μπορεί να συνεχιστεί σαν ποτάμι που κατακλύζει το κείμενο από πάθη και εγωπάθεια.  Όμως εκεί είναι που παρασυρόμαστε.  Εκεί είναι που αναζητούμε να ζήσουμε αυτό το παραμύθι.  Γιατί οι «Μέρες Αλεξάνδρειας» είναι μέρες που δεν πρόκειται να ζήσουμε στην πραγματικότητα.  Άλλωστε γι’ αυτό τον λόγο υπάρχουν τα μεγαλειώδη μυθιστορήματα και οι πετυχημένοι συγγραφείς σαν τον Δημήτρη Στεφανάκη, ο οποίος το αντιλαμβάνεται αυτό στο έπακρον.