Tuesday, November 26, 2013

Σκέψεις για του Κόρμακ ΜακΚάρθυ «Ο δρόμος»

Η προσεγμένη γραφίδα του Κόρμακ ΜακΚάρθυ του χάρισε το Πούλιτζερ το 2007 για ένα από τα καλύτερα του βιβλία, ένα οδοιπορικό που χάραξε το δικό του δρόμο μες στην ψυχή μου.  «Ο δρόμος» δεν είναι μόνο ένα φουτουριστικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται σε μια γη καταστραμμένη, σε έναν χαμένο πολιτισμό άλλα είναι ένα βαθιά ανθρώπινο πόνημα που ανεξαρτήτως υπόθεσης ή αφηγηματικού λόγου, αποτυπώνεται ως ύψιστος ύμνος προς την ανθρώπινη φύση.
 
Όσοι το έχουν διαβάσει, σίγουρα θα αναρωτηθούν πως το ισχυρίζομαι αυτό.  Σε έναν κατεστραμμένο πλανήτη, δίχως φαγητό παρά ελάχιστες κονσέρβες και λίγο νερό προσπαθούν να επιζήσουν ένας πατέρας με τον μικρό του γιο.  Οι υπόλοιποι απομείναντες έχουν διαχωριστεί σε κυνηγημένους και σε κανίβαλους.  Γυναίκες γεννούν μωρά για να τα φάνε.  Ζωντανοί κρατιούνται σε καταπακτές σαν κρέατα σε αποθήκη τροφίμων.  Η επιθυμία να επιζήσει ο άνθρωπος μετατρέπει την ύπαρξη του σε κτήνος.  Θα αναρωτηθεί κανείς, γιατί να θελήσει να παραμείνει ζωντανός σε έναν τέτοιο κόσμο όπου όλα έχουν πεθάνει μέχρι και η ανθρώπινη συνείδηση.

Η γυναίκα του άντρα δεν ήθελε να ζήσει.  Επέλεξε να δώσει τέλος στη ζωή της, μια ζωή κυνηγημένη σε έναν δρόμο προς τη θάλασσα.  Ο άντρας δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια.  Είναι αποφασισμένος να οδηγήσει εκείνον και το παιδί του στην ακτή, στην άκρη της γης, στο τέλος του δρόμου.

Με τι δύναμη, όμως, ακολουθεί επί χρόνια αυτή την πορεία;  Ο γιος του απορεί με όσα βλέπει, ενώ μόνο αυτά έχει μάθει.  Γεννήθηκε μέσα στην καταστροφή.  Άλλα παιδιά δεν αντικρίζει, παρά μόνο ένα που είδε κάποτε μέσα σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι….  Το ότι υπήρχε και άλλο παιδί σε αυτόν τον κόσμο τάραξε το μικρό αγόρι.  Όλη η αθωότητα της φύσης καταγράφεται στο πρόσωπο αυτού του μικρού ήρωα.  Ενώ όλη η ουσία του βιβλίου αποτυπώνεται στην δική του αγαθή απορία:

«Μπαμπά; Το θυμάσαι εκείνο το παιδάκι;
Το θυμάμαι, ναι.
Λες να τα κατάφερε;  Είναι καλά λες;
Α, βέβαια.  Μια χαρά θα είναι.
Λες τελικά να είχε χαθεί;
Όχι.  Δεν νομίζω να είχε χαθεί.
Εγώ φοβάμαι ότι είχε χαθεί.
Εγώ δεν θ’ ανησυχούσα στη θέση σου.
Ναι, αλλά αν έχασε το δρόμο του ποιος θα το βρει;  Ποιος θα το βρει το παιδάκι;
Θα το βρει η καλοσύνη το παιδάκι.  Πάντα το βρίσκει.  Κι αυτό θα το βρει.»

Τελικά, τι τον οδηγεί τον πατέρα;  Πως υμνεί ο ΜακΚάρθυ τον άνθρωπο μέσα σε μια τόσο σκοτεινή ιστορία;  Μάλλον η ελπίδα πως θα βρεθεί η καλοσύνη ξανά.  Θα την βρει εκείνος ή το παιδί του.  Γιατί τελικά ο άνθρωπος μέσα μας δεν παύει να υπάρχει.

* Σημειώνω ότι το βιβλίο το διάβασα στα αγγλικά.  Ωστόσο, είχα την ευκαιρία να δω και την ελληνική έκδοση όπου θεωρώ τη μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ εξαιρετική.
Επιπλέον, συνιστώ το βιβλίο παρά το έργο, εκτός αν θέλετε να ρίξετε έναν ωραίο ύπνο στον καναπέ.

Friday, November 1, 2013

Σκέψεις για το μυθιστόρημα «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι» της Νίκης Αναστασέα


Εγκλωβισμένος μέσα στα στενά όρια του κάθε ήρωα και αντιήρωα, ο αναγνώστης πνίγεται από την ασφυξία καπνού και κλεισούρας, λες και το ίδιο το βιβλίο, «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι», μετατρέπεται σε φλεγόμενο τσιγάρο, σε αναπάντεχη φυλακή.  Μέρα με τη μέρα, μέσα από διακεκομμένες πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, η ασφυξία ενδυναμώνεται επικίνδυνα, η ανάγκη για αέρα είναι απελπιστική όσο είναι η ανυπομονησία να φτάσουμε στην τελευταία σελίδα.

Η Ηλέκτρα, η 21χρονη κόρη της Πέρσας και του Στέφανου, προφυλακίζεται γιατί το αγόρι που αγαπάει σκότωσε έναν αστυνομικό κι εκείνη αρνείται να καταθέσει εναντίον του.  Αναπνέουμε την κάπνα αυτής της ερώτησης ως την τελευταία σελίδα: Η Ηλέκτρα θα ελευθερωθεί;  Θα προδώσει την αγάπη για την ελευθερία;

Η Πέρσα, ωστόσο, έκανε ακριβώς το αντίθετο, προδίδοντας και εγκαταλείποντας την ελευθερία της για την αγάπη που είχε για τον γάμο της.  Επέλεξε να παραμείνει στη φυλακή της συζυγικής συμβίωσης, μέσα στο κλοιό της καλής γυναίκας, αποχαιρετώντας τον έρωτα που ζούσε επί οχτώ μήνες με τον ερωμένο της.

Όπως και ο Στέφανος ο οποίος εγκαταλείπει όλη του τη ζωή για την αγάπη προς την κόρη.  Αβίαστα και απελευθερωτικά, ο Στέφανος-Αγαμέμνονας αποφασίζει ότι αυτή η αγάπη είναι πιο ισχυρή από την προσωπική του ελευθερία.  «Δεν το αποφάσισα ούτε το σκέφτηκα.  Τη νοιώθω μαζί με τη ζεστασιά της γης να απλώνεται σαν ευλογία στο μυαλό και στην ψυχή μου.»

Εντούτοις, και ο αδερφός της Ηλέκτρας επίσης εγκαταλείπει την ιδέα της ήρεμης ζωής στο Λαύριο για χάρη της κοπέλας του, για χάρη της αγάπης.  «Μια ιδέα ήταν μόνο…» λέει πείθοντας την Τζίνα, πείθοντας τον εαυτό του ότι η αγάπη είναι πιο σημαντική από το όνειρο.

Η Ανθή, όμως, η θεία της Ηλέκτρας πήρε την ανήκουστη και αντισυμβατική απόφαση να ζήσει για την ελευθερία της, εγκαταλείποντας την αγάπη για την μητέρα της η οποία την είχε ανάγκη.  «Είναι μεγάλη ευκαιρία για μένα… Για μένα είναι η μοναδική που έχω.»  Και αυτό της κόστισε.  Η Πέρσα δεν της ξαναμίλησε ποτέ.  Παραδόξως, ζητά από την κόρη της να κάνει ακριβώς το ίδιο.  Να επιλέξει την προσωπική της ελευθερία.  Να μην σκλαβωθεί για την αγάπη.

Η ερώτηση που αναδύεται αφού ο αναγνώστης τελειώσει αυτό το έξοχα κεντημένο βιβλίο, που σφίγγει αγωνιωδώς την καρδιά και καθοδηγεί προς στον αυτοπροσδιορισμό, είναι:  «Τι θα έκανα εγώ;» 
Τι ζυγίζει περισσότερο στην ζυγαριά των προσωπικών αξιών, των κοινωνικών ηθών, και της ψυχικής επιθυμίας: η ΑΓΑΠΗ ή η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ;

Μόλις οι αποφάσεις παρθούν, σβήνεται το τσιγάρο, καθαρίζει το τοπίο, λιώνει το χιόνι που μας παγώνει, μας πνίγει και μας εγκλωβίζει.  Μας εξηγεί η Πέρσα,
«Έπρεπε να είμαι σίγουρη τι ήθελα να κάνω και ότι αυτό το ήθελα αμετανόητα.  Για όλη μου τη ζωή.  Για μένα, λέει, κι όχι για κάποιον άλλον.  Κι αυτό είναι το μόνο τίμιο.»

Παρά ταύτα, η τελική εκπνοή καπνού δραπετεύει απ’ τα χείλη μας με την ανάγνωση της τελευταίας πρότασης…  Μια νέα εισπνοή δροσερού αέρα μας αφήνει με τη γεύση της άνοιξης στα χείλη αφού κλείσουμε το βιβλίο των προσωπικών φυλακών και εφιαλτών καθώς έχει φύγει ο βαρύς χειμώνας από μέσα του.