Tuesday, August 26, 2014

Καλοκαιρινές αναγνώσεις...

Επέλεξα να παρουσιάσω κάποια από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία του δικού μου καλοκαιριού...

Το «Αγαπητέ Θεέ» του Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ καταγράφει την ζωή και τον θάνατο ενός μικρού αγοριού σε δέκα μέρες. Οι ευαίσθητες ψυχές να προετοιμαστούν για ένα γερό συναισθηματικό ταρακούνημα. Απλά ένα υπέροχο ανάγνωσμα...












«Η μπλε ώρα» του Θανάση Χειμωνά περιγράφει με εύστοχο και ευφάνταστο τρόπο τη ζωή του Αντώνη μέσα από τις ζωές των άλλων καθώς απεικονίζει το πάθος για τη ζωή που επιθυμούν όλοι οι υπόλοιποι ήρωες να γευτούν.









«Το τυφλό σημείο» της Λήδας Διζέλου μιλά για την παραίτηση του μητρικού ενστίκτου, για τις επιπτώσεις από τα λάθη των γονιών, για τις τύψεις και τις απώλειες, την αναζήτηση ευθυνών και για τα συναισθήματα που δεν αγγίζονται – τα «τυφλά σημεία» του καθενός.









«Το τέλος του γαλάζιου ρόδου» της Ελένης Πριοβόλου είναι το τρίτο και τελευταίο βιβλίο της σειράς Η τριλογία των Αθηνών. Η συγκλονιστική ιστορία μιας γυναίκας, ενός άντρα, ενός έρωτα και μιας ολόκληρης γενιάς κλείνει την σειρά με μια καταγραφή γεγονότων και συναισθημάτων από τη δεκαετία του ’60 έως σήμερα.











«Θύελλα από ατσάλι (Μέρος 1ο το τρίτο βιβλίο της περίφημης σειράς Game of Thrones («Παιχνίδι του στέμματος») του George R.R. Martin είναι απλά συγκλονιστικό. Συνιστώ τα βιβλία παρά την τηλεοπτική σειρά για να ζήσει κανείς τη μαγεία αυτής της μεσαιωνικής/δυστοπικής/φανταστικής περιπέτειας.













Thursday, June 19, 2014

Σκέψεις για το «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου» του Γιάννη Καλπούζου

Εισέπνευσα κυριολεκτικά το καινούριο βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου, «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου». Τα βιβλία του πάντα δίνουν τροφή για σκέψη και πνευματική αμβροσία στους αναγνώστες.
 
Το νέο του μυθιστόρημα εκπέμπει συναισθήματα και ιδέες, ιδεολογίες και πολιτικές ενώ όλα μπλέκονται μεταξύ τους όπως οι ήρωες του βιβλίου, με ένταση και προβληματισμό, με πάθος και με περίσκεψη. Ακούγεται περίεργο, ωστόσο έτσι μας έχει συνηθίσει η μοναδική γραφή του Καλπούζου, να μην καθησυχάζεται το πνεύμα ούτε η αγωνία. Όλα πετούν ανάμεσα στις σελίδες λες και οι λέξεις έχουν φτερά. Τόσο γρήγορα και ευχάριστα διαβάζεται ενώ σκέψεις και συναισθήματα συνεχίζουν να πετούν ακόμα κι αφότου έχει διαβαστεί μέχρι και η τελευταία σελίδα. 

Το μυθιστόρημα μιλά για το μεγαλείο του έρωτα ανάμεσα στον Άνδη και τη Θάλεια. Οι συμβολισμοί των ονομάτων τους είναι ακριβώς αυτό που απεικονίζουν: η Θάλεια ως μούσα ευπρεπούς ευθυμίας και ο Άνδης ως το σύμβολο του πόθου και της έντονης επιθυμίας. Δύο αντίθετα έλκονται όμως ο έρωτάς τους συγκρούεται με τα πρέπει της εποχής (1960-1990), με την ανάγκη για επιβίωση και με την ίδια τη λογική. Πέρα από πολλά άλλα θέματα, μας μιλά για τον συμβιβασμό στις σχέσεις όπως και στην πολιτική άλλα και για τα όρια της επιβίωσης. 

Όπως και ένας ολόκληρος λαός, μπορεί ο καθένας να γίνει σκιά του συμβιβασμού και της παραίτησης εν ονόματι της επιβίωσης. Ίσως είναι ο πιο εύκολος τρόπος να επιβιώσει κανείς κάτω από αντίξοες συνθήκες ή ανάμεσα σε σχέσεις ανούσιες δίχως αγάπη και ερωτισμό. Η ιστορία του βιβλίου συχνά μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτό το θέμα. Η Αυγούλα, η μητέρα της Θάλειας, συμβιβάστηκε να υπομένει έναν βίαιο άντρα. Η Θάλεια συμβιβάστηκε να χάσει τον Άνδη. Ενώ ο μόνος τρόπος να επιζήσει ο Άνδης και να αντέξει το γεγονός ότι έχασε τον έρωτα της ζωής του ήταν να χαθεί, να γίνει και εκείνος σκιά:
«Να χανόταν ήθελε.  Να έφευγε.  Ίσως μακριά. Ίσως βαθιά μέσα του. Να εισπνεύσει την ύπαρξη του, να την καταπιεί. Να αφήσει μόνο τη σκιά του να περιφέρεται.»

Ο συμβιβασμός καταντάει και άλλους ήρωες σκιές στο βιβλίο: την Μαρίνα, τον Σαράντο, την Αλίκη... Το ξεπούλημα της ψυχής τους οδηγεί σε μια επίπεδη ζωή μέσα σε μια κοινωνία όπου όλοι ζουν στους ίδιους μονόχνοτους ρυθμούς. Ποιος αντέχει να ζει μια ζωή δίχως διαστάσεις, δίχως πνευματικές και συναισθηματικές καμπύλες; Στο τέλος όλα μέσα τους μένει να αλλοιωθούν. Διότι ο πιο ύπουλος κοινωνικός Δαρβινισμός δεν είναι να τρώει ο ένας την ψυχή του άλλου άλλα ο καθένας να τρώει την ίδια τη δική του! Ποιοι τελικά επιβίωσαν τρώγοντας τα σωθικά τους, τη συνείδηση τους, την ψυχή τους;

Ο Άνδης όταν εκπορνεύτηκε.
Η Μαρίνα όταν έπεσε στα ναρκωτικά.
Η Αυγούλα αφού τρεφόταν από μίσος και πικρία.
Ο Σαράντος ζώντας μες στην υποκρισία.
Η Αλίκη μέσα στον αποτυχημένο της γάμο. («Καταλαβαίνεις τι σημαίνει να βολεύεσαι σε μια κατάσταση που δεν γουστάρεις;»)

Άρα, με μαθηματική ακρίβεια, συμβιβασμός + παραίτηση = επιβίωση. Έτσι ακριβώς ζουν οι περισσότεροι την καθημερινότητα τους σε πολλούς τομείς: στις σχέσεις, στην εργασία, στην κοινωνία, στην πολιτική. Ποιος τολμάει να αλλάξει; Ακροβατούν πάνω στο όνειρο και μόνο λίγοι φτάνουν στην απέναντι όχθη. 

Ο καθένας ζει έναν εμφύλιο πόλεμο εντός του («Εμφύλιος άνοιξε μες στο αίμα της…»). Διχαζόμαστε και νικητής δεν υπάρχει. Μόνο πόνος και πληγές. Μέχρι που τα ξεχνάμε και τα βάζουμε όλα στην άκρη. Ζούμε με τις πληγές, τις απώλειες, τα μυστικά, τις χαμένες μάχες. Εντέλει, είμαστε όλοι «μικρές Ελλάδες». Αναρωτιέμαι αν ο έρωτας είναι ο μόνος τρόπος να απαλύνει κανείς τον πόνο. Διότι δεν έχουν όλοι την τύχη του Άνδη και της Θάλειας.

Αλίκη: «Και τι δεν θα ‘δινα να πληγωθώ από έναν μεγάλο έρωτα…»
Ο έρωτας είναι το μόνο αίσθημα όπου συνυπάρχουν όλα τα συναισθήματα: ευφορία, θλίψη, γέλιο, κλάμα, θυμός, αγανάκτηση, αγαλλίαση, πόνος, λαχτάρα. Όλα μαζί συντελούν στο πάθος για τη ζωή, τον χειμώνα άλλα και την αναγέννησή της. Τελικά, οι άνθρωποι ζουν για μια άνοιξη. Αυτός είναι ίσως ο πιο υγιής τρόπος επιβίωσης: η ελπίδα και η πίστη στην αγάπη.

Αντικομφορμισμός είναι να ρισκάρει κανείς και να δοθεί για πάντα. Αντικομφορμισμός είναι η απόλυτη αγάπη και το δόσιμο της ψυχής – όπως εκφράζει ο τίτλος του βιβλίου, το δικό μου να γίνει δικό σου. Όμως, ξεφεύγει από την καθιερωμένη εγωκεντρική σφαίρα των ανθρώπων. Δυσκολεύει, ξεβολεύει… Κι αν γίνει, συνήθως ο ένας δίνεται λίγο περισσότερο απ’ τον άλλον. Αυτό απεικονίζεται ξεκάθαρα αφού η Θάλεια δινόταν περισσότερο από τον Άνδη. Την αγαπούσε άλλα με τους δικούς του όρους μέσα από την τρέλα του για τη ζωή/τα πάθη/το κυνήγι της στιγμής.

Πιστεύω ότι αυτό που θέλει να εκφράσει ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος είναι ότι οφείλουμε να ξεφεύγουμε απ’ ότι μας θλίβει και να μην συσσωρεύεται μέσα μας σαν καρκίνωμα, ούτε να γινόμαστε σκιές…. Να μην συμβιβαζόμαστε, να κυνηγάμε το όνειρο, να βελτιωνόμαστε συνεχώς ώστε να υπάρξει ξανά ελπίδα. Σαν μονάδες άλλα και σαν σύνολο, οφείλουμε να βρούμε ξανά την πίστη μας στον έρωτα, στη φιλία και στην καλοσύνη των ανθρώπων.

Μ’ αυτό το μυθιστόρημα κατάφερε ξανά μ’ έναν ευφάνταστο τρόπο να πλέξει μια ιστορία με μυστήριο, αγωνία, έντονο συναίσθημα και πάνω απ’ όλα με νόημα. Έχει λυρισμό, ευφυΐα, ποίηση… είναι όμορφο, συναισθηματικό και ρυθμικό σαν έναν παραδοσιακό χορό. Μαγεύτηκα από κάθε φράση. Ταξίδεψα στον χρόνο, στην Ελλάδα και στις καρδιές των ηρώων. Ταξίδεψα στις ομορφιές και στα βάσανα της ψυχής. 

Όμως, ειλικρινά, ποιος νοιάζεται για τις ψυχές; Λίγοι νοιάζονται πραγματικά. Γιατί οι περισσότεροι είναι Νάρκισσοι εν αγνοία τους. Μες στα μάτια του συνομιλητή τους δεν βλέπουν την «ιστορία της ψυχής» άλλα βλέπουν να αντανακλάται η δική τους εικόνα. Διότι οι περισσότεροι ότι αγαπούν είναι δικό τους…

Friday, May 30, 2014

Σκέψεις για το βιβλίο «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε» της Τζίλιαν Φλιν

Μια φαινομενικά τέλεια σύζυγος εξαφανίζεται ενώ ενοχοποιείται ο υποτιθέμενος «κακός» σύζυγος. Ακούγεται κοινότυπο. Ακούγεται σαν χίλια άλλα αστυνομικά μυθιστορήματα του ίδιου ύφους. Μια εξαφάνιση δίχως πτώμα και ένα ερώτημα: άραγε είναι κάτι ακόμα ζωντανό; Εδώ ακριβώς βρίσκεται η απόλυτη διαφορά με όλα τα υπόλοιπα αστυνομικά βιβλία. Η Τζίλιαν Φλιν αποτυπώνει τον περίεργο ιστό σκέψεων και μυστικών που πλέκεται πίσω από ένα φαινομενικά συνηθισμένο ζευγάρι.  Αυτό αποτελεί τη βάση της πλοκής και της επιτυχίας του δημοφιλέστατου μυθιστορήματος της «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε»

«Τι σκέφτεσαι, Έιμι; Αυτή είναι η ερώτηση που έκανα πιο συχνά κατά τη διάρκεια του γάμου μας, έστω κι αν την έκανα από μέσα μου και όχι στο πρόσωπο που θα μπορούσε να μου απαντήσει. Φαντάζομαι πως αυτές οι ερωτήσεις μαζεύονται σαν σύννεφα που προμηνύουν καταιγίδα πάνω από όλους τους γάμους: Τι σκέφτεσαι; Τι νιώθεις; Ποιος είσαι; Τι κάναμε ο ένας στον άλλον; Τι θα κάνουμε ο ένας στον άλλον;»

Πόσο καλά πιστεύεις πως γνωρίζεις αυτόν που αγαπάς; Αυτό πρέπει να αναρωτήθηκε ο Νικ Νταν το πρωινό της πέμπτης επετείου του γάμου του διαπιστώνοντας ότι η σύζυγός του Έιμι έχει εξαφανιστεί. Η αστυνομία αμέσως υποψιάζεται τον Νικ. Οι φίλοι της αποκαλύπτουν ότι η Έιμι φοβόταν τον Νικ και ότι του κρατούσε μυστικά.  Αυτός παίρνει όρκο πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Ωστόσο, η έρευνα στον υπολογιστή του δείχνει ότι ο Νικ αναζητούσε  περίεργες πληροφορίες στο διαδίκτυο σχετικά με θανάτους από ασφυξία ή πνιγμό, με απομακρυσμένες δασώδεις περιοχές, ή με το πού μπορεί κανείς να προμηθευτεί αρσενικό. Παρά τα ενοχοποιητικά αυτά στοιχεία, ο Νικ επιμένει στην αθωότητά του, μολονότι υπάρχουν και κάποιες επίμονες κλήσεις στο κινητό του που περιπλέκουν τα πράγματα. Τι έχει λοιπόν συμβεί στην όμορφη σύζυγο του Νικ; 

Πόση εξαπάτηση χωράει μέσα σ’ έναν γάμο; Τι τρέφει αυτήν τη μόνιμη ανάγκη να μοιάζουν όλα «τέλεια»; Μήπως ένα τέλεια στημένο παιχνίδι; Εδώ οι απάτες δεν είναι αυταπάτες διότι ο κάθε πρωταγωνιστής γνωρίζει καλά τον εαυτό του. Ωστόσο, καλείται να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τον σύντροφο του, να εισχωρήσει στο μεδούλι της κάθε του σκέψης. Ποιοι αντέχουν τέτοιες αλήθειες, άραγε; Διότι η Φλιν ισχυρίζεται πως τίποτα δεν μοιάζει όπως φαίνεται, ούτε στο μυθιστόρημα μα ούτε στην πραγματική ζωή. Όλοι παίζουν τον ρόλο τους. Η μεγάλη ερώτηση ωστόσο, είναι «Ποιος είναι ο νικητής του παιχνιδιού;».

Εντέλει, ποιος έχει τον έλεγχο μέσα σ’ έναν γάμο; Για τον Νικ και την Έιμι Νταν, η κυριαρχία αλλάζει χέρια απροσδόκητα, όσο αντέχουν οι ίδιοι να παίζουν σ’ αυτό το παράξενο παιχνίδι.

Tuesday, April 29, 2014

Σκέψεις για το βιβλίο «Υπόθεση Laurus – Τα κατορθώματα της Ρόζας Δελλατόλα»

Πόσο εντυπωσιάζομαι με τα βιβλία που δεν στοχεύουν σε συγκεκριμένες ηλικίες, δεν κατηγοριοποιούνται σε κουτάκια που λέγονται «παιδικά» ή «ενήλικα». Το συγκεκριμένο βιβλίο της δημοσιογράφου και συγγραφέως παιδικής λογοτεχνίας Λώρης Κέζα, έχει ακριβώς αυτήν την ιδιότητα: είναι για όλες τις ηλικίες.  Το «Υπόθεση Laurus – Τα κατορθώματα της Ρόζας Δελλατόλα» είναι το πρώτο σε μια σειρά βιβλίων με πρωταγωνίστρια τη μικρή Ρόζα η οποία κερδίζει τους αναγνώστες για το σπιρτόζικο και καθάριο πνεύμα της. 
 
Η Ρόζα Δελλατόλα ζει σε ένα χωριό της Τήνου, τα Λουτρά. Εκεί ο πατέρας της έχει ανοίξει Γραφείο Τελετών, χωρίς όμως να γνωρίζει τα τοπικά έθιμα για τις κηδείες. Στο χωριό υπάρχει ένα παλιό οικοτροφείο, η Σχολή Ουρσουλινών, όπου ζουν τρεις μοναχές αλλά καμία μαθήτρια. Προτείνουν στη Ρόζα να γίνει η μοναδική μαθήτρια σε ένα κτίριο με 55 αίθουσες, 33 πιάνα, βιβλιοθήκες και πολλούς, πάρα πολλούς άδειους κοιτώνες.

Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι που βλέπουν με στραβό μάτι τη σχέση της οικογένειας Δελλατόλα με τις Ουρσουλίνες. Στην υπόθεση εμπλέκονται ένας εργολάβος ο οποίος χτίζει παράνομες οικοδομές, οι Αλβανοί εργάτες του και η οργάνωση του «Φοίνικα», που θέλει να διώξει από το νησί τους ξένους και τους καθολικούς. Υπάρχει και μια μεγάλη εταιρεία που θέλει να κάνει επενδύσεις στα Λουτρά. Η Ρόζα καταλαβαίνει ότι όλα τα πρόσωπα συνδέονται σε μια παράξενη υπόθεση, την Υπόθεση Laurus.

Η ιστορία καταπιάνεται εύστοχα και έξυπνα με θέματα όπως ο ρατσισμός, η διαφθορά, η παράδοση και η ιστορία ενός τόπου. Και εδώ θα μιλήσω για τον τόπο. Με αγγίζουν τα βιβλία που αφορούν το αγαπημένο μου, υιοθετημένο μου νησί, την Τήνο. Ταυτίστηκα άμεσα με το πνεύμα της ιστορίας καθώς ο σύζυγος μου κατάγεται από το νησί των Καθολικών και Ορθοδόξων, των ξένων και των Ελλήνων, των διαδοχικών εικόνων και των πολλών αντιθέσεων.  Από τη μετεωρική φαντασμαγορία του Βωλάξ έως τα βορινά κύματα της Λειβάδας. Από το Ξώμβουργο ως τον Τσικνιά. Από την Ευαγγελίστρια της Τήνου έως την Κιουρά των Αγγέλων. Οι αντιθέσεις αποτελούν την ίδια την ιστορία η οποία απλώνεται μέσα στο κείμενο σαν ελαφρό αεράκι.  Ενώ σαν Αυγουστιάτικο μελτέμι μοιάζει το πείσμα και το μπρίο της Ρόζας.

Απόλαυσα αυτό το βιβλίο που δεν μοιάζει ούτε με παιδικό, μα ούτε με ενήλικο. Με ξεκούρασε…ίσως επειδή έχει το χάρισμα να είναι απλώς ένα ευχάριστο ανάγνωσμα.  Αναμένω τα επόμενα της σειράς! 

Thursday, March 27, 2014

Σκέψεις για...τις σκέψεις

Θα είμαι ειλικρινής.  Αυτό το μήνα διάβασα πολλά βιβλία, ελληνικά και ξένα, όμως κανένα δεν μου προκάλεσε μια ιδιαίτερη σκέψη, κάτι για να αναλογιστώ, από κάπου να πιαστώ, να αρπάξω το στυλό μου και να υπογραμμίσω μια συγκλονιστική φράση που θα μου μείνει χαραγμένη στη ψυχή για πάντα.  Ίσως φταίω εγώ που έχω πλέον ορίσει κάποιες προϋποθέσεις στα βιβλία που διαβάζω.  Θα ήθελα ένα μυθιστόρημα να μην έχει μετριότητα στην πλοκή.  Θέλω δράση και συναίσθημα.  Θα ήθελα η γραφή να μοιάζει με χορό, να υπάρχει ρυθμός και αρμονία.  Θέλω πάθος, ρυθμό, ποίηση και κίνηση.  Αγωνία και εξέλιξη.  Θέλω να εξελιχθώ.  Αν στο τέλος ενός βιβλίου ο αναγνώστης παραμένει ίδιος, το βιβλίο δεν πέτυχε το σκοπό του.  Θέλω να αλλάξω μαζί με τον πρωταγωνιστή.  Να εξιλεωθώ. 
Ίσως ο Απρίλης είναι πιο τυχερός μήνας...



Tuesday, February 11, 2014

Σκέψεις για το βιβλίο του Αλέξη Γεράση, «Ο διαφημιστής»



Διασκέδασα πολύ διαβάζοντας το βιβλίο του Αλέξη Γεράση, «Ο διαφημιστής».  Μοιάζει να είναι σε μόνιμη πάλη με τον εαυτό του, με την έννοια της αξίας και με την ανύπαρκτη αυτοπεποίθηση του παρόλο πως δηλώνει ο ίδιος ότι η πολύχρονη απασχόληση του με τη διαφήμιση του χάρισε τον υπερμεγέθη εγωισμό του. Όμως διαβάζοντας αυτή την πρωτότυπη αυτοβιογραφία είχα την αίσθηση ότι κάπου ο συγγραφέας έχει αδικήσει τον εαυτό του.  Εν τέλει, δεν είναι εγωιστής.  Αντιθέτως, για να καταθέτει έτσι αβίαστα και ειλικρινά την ψυχή του σε αυτό το βιβλίο, είναι πολύ μετριόφρων.  Ακριβώς αυτή η ταπεινή του ματιά είναι που μας κάνει να αναλογιστούμε την καθημερινή μας μάχη με το θέμα της ανθρώπινης αξίας.
Με φόντο το γυαλιστερό χώρο της διαφήμισης, παρακολουθούμε την ψυχολογία ενός διαφημιστή καθώς συνθλίβεται από την αβεβαιότητα και το άγχος για αναγνώριση. Μπαίνοντας στα άδυτα των διαφημιστικών εταιρειών, γινόμαστε μάρτυρες μιας σύγχρονης αρένας, όπου οι μονομάχοι διαφημιστές, προκειμένου να επιζήσουν, δεν διστάζουν να σφαγιάσουν συνειδήσεις, προσωπικότητες και ηθικές αξίες.

Ο πρωταγωνιστής θα νικήσει, αν αποδεχθεί να υποκύψει. Αν αποδεχθεί να κρατήσει το κεφάλι του στο ίδιο ύψος με τους υπόλοιπους. Αν αποδεχθεί να αλλάξει και να αλλοιωθεί. Αν αποδεχθεί να συνεχίσει να είναι διαφημιστής.

Θα νικήσει... μόνο αν αποδεχθεί τη μετριότητά του.

«Δεν ήθελα να πιστέψω πως ήμουν μετριότητα.»  Η αίσθηση της μετριότητας μπορεί να προκληθεί από κάθε απογοήτευση σε κάθε τομέα της κοινωνικής μας ζωής.  Όπου όλα βασίζονται στον αθέμιτο ανταγωνισμό, στην επιλεκτική ανταμοιβή του κάθε δημιουργού και στην συνεχή σύγκρουση ιδεών και απόψεων, όλα στο τέλος μοιάζουν μάταια.  Γιατί την μια στιγμή ο διαφημιστής πουλάει και την άλλη ξεπουλάει…τον ίδιο του τον εαυτό.  Όσο πουλούσε, ανέβαινε.  Όσο δεν πουλούσε, έχανε ένα σημαντικό κομμάτι του εαυτού του – την αυτοπεποίθηση του.  Η συνεχής έλλειψη αυτοπεποίθησης του γεννούσε φόβο και αμφιβολία.

Το βιβλίο μας διασκεδάζει άλλα μας προκαλεί.  Εξετάζουμε τον άνθρωπο ως προϊόν.  Ποιοί καθορίζουν τι τιμή που μας αξίζει, άραγε; 

«Είναι απίστευτο πόσο συνεχίζει να με ενδιαφέρει η γνώμη που έχουν οι άλλοι για μένα και όχι η γνώμη που έχω εγώ για τον εαυτό μου.»

Καθημερινώς καλούμαστε να πουλήσουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας.  Το χαμόγελο μας σ’ έναν πελάτη.  Τον τσαμπουκά μας σ’ έναν οδηγό.  Το κλάμα σ’ έναν πονόψυχο.  Το ανέκδοτο σ’ έναν πρόσχαρο.  Και πάντα αναμένουμε την ανταπόδοση – την αμοιβή της δικής μας ψυχοσύνθεσης, της δικής μας στιγμιαίας εσωτερικής ανάγκης.  Διότι ο άνθρωπος ως προϊόν πουλάει όσα και όσο θεωρούν οι άλλοι ότι αξίζει.

Ο περίφημος κοινωνιολόγος Έρβινγκ Γκόφμαν άλλωστε είχε μιλήσει για τη δραματουργική προσέγγιση των ανθρώπων στις κοινωνικές τους σχέσεις.  Η συμβολική αλληλεπίδραση που διατηρούμε μεταξύ μας καθορίζει και την ιδιότητα που παρουσιάζουμε σε κάθε κοινωνική μας συναλλαγή.  Καλούμαστε να παρουσιάζουμε τον έναν μας εαυτό στο προσκήνιο καθημερινώς ενώ στο παρασκήνιο διαφέρουμε κατά πολύ.  Με άλλα λόγια, γινόμαστε διαφημιστές του εαυτού μας σε κάθε επίπεδο της ζωής.

Μέσα από την διασκεδαστικότατη και αυτοσαρκαστική αφήγηση του, ο Γεράσης ανεπιτήδευτα αποκαλύπτει πως τελικά η αξία του καθενός δεν καθορίζεται από καμία αντίδραση ή επίδραση.  Γιατί απλούστατα, δεν είμαστε προϊόντα προς πώληση.  Ίσως μας δίνει εμμέσως την ευκαιρία να ανακαλύψουμε μόνοι μας πόσο «μέτριοι» ή όχι είμαστε.  Διότι την αξία του καθενός την καθορίζει ο ίδιος, όχι οι άλλοι.

Monday, January 13, 2014

Σκέψεις για το «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα



Στο απολαυστικότατο βιβλίο του Μάκη Τσίτα, «Μάρτυς μου ο Θεός», ο αναγνώστης ταλαντεύεται ανάμεσα στο γέλιο και στο δράμα, στη λύπηση και στην απέχθεια, διότι ο αντιήρωας Χρυσοβαλάντης απεικονίζει μια κοινωνία υποκρισίας σε ένα θέατρο του παραλόγου.  Υποκρίνεται και εξομολογείται.  Η χειμαρρώδης εξομολόγηση του καθρεπτίζει έναν άνθρωπο που λόγω αντίφασης χάνει τον ίδιο του τον εαυτό.  Ο Χρυσοβαλάντης είναι θύμα του εαυτού του και των δύσκολων/αντιφατικών απαιτήσεων του.   

Θέλει να ζήσει μια έντονη ερωτική ζωή αλλά και να μονάσει στο Άγιο Όρος.  Θέλει να έχει γυναίκα Γαλλίδα καλλονή (ή Αγγλίδα διότι κάνουν καλές μαμάδες) αλλά και να τρώει σουτζουκάκια πλημμυρισμένα μες στη σάλτσα.  Θέλει να ζει ανεξάρτητος αλλά όταν είχε την οικονομική ευχέρεια έμενε σπίτι με τους γονείς του και τις μοναχοκόρες αδερφές του.  Θέλει να αδυνατίσει και να φροντίσει την κλονισμένη του υγεία όμως τρώει ανεξέλεγκτα και λαίμαργα, κλονίζοντας την ψυχική του υγεία.

Και φυσικά για όλες τις κακοτυχίες του φταίνε οι άλλοι. Φταίνε οι γυναίκες που τον εκμεταλλεύτηκαν.  Φταίει ο κακός εργοδότης, ο Έξαποδω.  Φταίει και το αμαρτωλό του προσωπείο.  Ο Χρυσοβαλάντης είναι η υποκρισία στο έπακρον.  Είναι ένας οξύμωρος χαρακτήρας της υπερβολής και του μέτρου ο οποίος σκιαγραφείτε με πανέξυπνο τρόπο, μέσα από τη χιουμοριστική ματιά του Τσίτα.  Και φυσικά ο Χρυσοβαλάντης μας τα εξομολογείται όλα αυτά διότι όπως περιγράφει και ο Ουγκώ, «Ομολογούμε τα μικρά μας ελαττώματα, μόνο για να πείσουμε ότι δεν έχουμε μεγάλα.»

Ο ίδιος, κρύβεται πίσω από πολλές ψευδαισθήσεις.  Πίστευε σε μια διαφορετική κοινωνία. 

Πίστεψα σε άλλη εποχή.  Διότι μεγάλωσα με τους δεσποτάδες με τα χρυσά τους άμφια, τα επιβλητικά, τα πολυτελή, κι έλεγα μέσα μου: «Κι εγώ έτσι θα γίνω.  Θα γίνω Χρυσόστομος.  Θα γίνω Αθηναγόρας.  Μανούλα, φέρε το παλιό σου καπέλο με τις κλάρες», και το φορούσα.  «Γιαγιά, πείνασα», έλεγα, και μου έφερνε ό,τι ήθελα.  Δε μου χαλούσε ποτέ χατίρι.  Οραματίστηκα μια τέτοια κοινωνία και διαπιστώνω ότι ευρέθην σε μία αμαζόνια ζούγκλα φρεναπάτης.

Σαν «τίμιος, μεσογειακός άντρας» όπως αποκαλεί τον εαυτό του, θεωρεί ότι μέχρι τα σαράντα παραμένει ο άντρας ένα μεγάλο παιδί.  Εξαπατάται από ψεύτες και γυναίκες, πέφτει θύμα εκμετάλλευσης από κακοπροαίρετους, έχει ανάγκες που πρέπει να ικανοποιηθούν άμεσα και προπαντός ζει με όνειρα – εξωπραγματικά - που δυστυχώς ποτέ δεν πραγματοποιούνται. 

Θα μου πεις, έτσι κι αλλιώς ποιο όνειρο σου πραγματοποίησες;  Κανένα.  Δυστυχώς.

Ποιος είναι τελικά ο Χρυσοβαλάντης;  Τι θέλει από τη ζωή;  Κατρακυλά σε ένα παραλήρημα αυτοπροσδιορισμού που μας μπερδεύει, μας προκαλεί, μας λυπεί, μας προβληματίζει.  Και στο τέλος μας τρελαίνει μαζί με τον ήρωα/αντιήρωα μας δίχως φυσικά να σβήνει το χαμόγελο από τα χείλη μας.  Άλλωστε, σ’ αυτή την έξοχη λεπτομέρεια βρίσκεται όλη η γοητεία του βιβλίου.