Monday, January 13, 2014

Σκέψεις για το «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα



Στο απολαυστικότατο βιβλίο του Μάκη Τσίτα, «Μάρτυς μου ο Θεός», ο αναγνώστης ταλαντεύεται ανάμεσα στο γέλιο και στο δράμα, στη λύπηση και στην απέχθεια, διότι ο αντιήρωας Χρυσοβαλάντης απεικονίζει μια κοινωνία υποκρισίας σε ένα θέατρο του παραλόγου.  Υποκρίνεται και εξομολογείται.  Η χειμαρρώδης εξομολόγηση του καθρεπτίζει έναν άνθρωπο που λόγω αντίφασης χάνει τον ίδιο του τον εαυτό.  Ο Χρυσοβαλάντης είναι θύμα του εαυτού του και των δύσκολων/αντιφατικών απαιτήσεων του.   

Θέλει να ζήσει μια έντονη ερωτική ζωή αλλά και να μονάσει στο Άγιο Όρος.  Θέλει να έχει γυναίκα Γαλλίδα καλλονή (ή Αγγλίδα διότι κάνουν καλές μαμάδες) αλλά και να τρώει σουτζουκάκια πλημμυρισμένα μες στη σάλτσα.  Θέλει να ζει ανεξάρτητος αλλά όταν είχε την οικονομική ευχέρεια έμενε σπίτι με τους γονείς του και τις μοναχοκόρες αδερφές του.  Θέλει να αδυνατίσει και να φροντίσει την κλονισμένη του υγεία όμως τρώει ανεξέλεγκτα και λαίμαργα, κλονίζοντας την ψυχική του υγεία.

Και φυσικά για όλες τις κακοτυχίες του φταίνε οι άλλοι. Φταίνε οι γυναίκες που τον εκμεταλλεύτηκαν.  Φταίει ο κακός εργοδότης, ο Έξαποδω.  Φταίει και το αμαρτωλό του προσωπείο.  Ο Χρυσοβαλάντης είναι η υποκρισία στο έπακρον.  Είναι ένας οξύμωρος χαρακτήρας της υπερβολής και του μέτρου ο οποίος σκιαγραφείτε με πανέξυπνο τρόπο, μέσα από τη χιουμοριστική ματιά του Τσίτα.  Και φυσικά ο Χρυσοβαλάντης μας τα εξομολογείται όλα αυτά διότι όπως περιγράφει και ο Ουγκώ, «Ομολογούμε τα μικρά μας ελαττώματα, μόνο για να πείσουμε ότι δεν έχουμε μεγάλα.»

Ο ίδιος, κρύβεται πίσω από πολλές ψευδαισθήσεις.  Πίστευε σε μια διαφορετική κοινωνία. 

Πίστεψα σε άλλη εποχή.  Διότι μεγάλωσα με τους δεσποτάδες με τα χρυσά τους άμφια, τα επιβλητικά, τα πολυτελή, κι έλεγα μέσα μου: «Κι εγώ έτσι θα γίνω.  Θα γίνω Χρυσόστομος.  Θα γίνω Αθηναγόρας.  Μανούλα, φέρε το παλιό σου καπέλο με τις κλάρες», και το φορούσα.  «Γιαγιά, πείνασα», έλεγα, και μου έφερνε ό,τι ήθελα.  Δε μου χαλούσε ποτέ χατίρι.  Οραματίστηκα μια τέτοια κοινωνία και διαπιστώνω ότι ευρέθην σε μία αμαζόνια ζούγκλα φρεναπάτης.

Σαν «τίμιος, μεσογειακός άντρας» όπως αποκαλεί τον εαυτό του, θεωρεί ότι μέχρι τα σαράντα παραμένει ο άντρας ένα μεγάλο παιδί.  Εξαπατάται από ψεύτες και γυναίκες, πέφτει θύμα εκμετάλλευσης από κακοπροαίρετους, έχει ανάγκες που πρέπει να ικανοποιηθούν άμεσα και προπαντός ζει με όνειρα – εξωπραγματικά - που δυστυχώς ποτέ δεν πραγματοποιούνται. 

Θα μου πεις, έτσι κι αλλιώς ποιο όνειρο σου πραγματοποίησες;  Κανένα.  Δυστυχώς.

Ποιος είναι τελικά ο Χρυσοβαλάντης;  Τι θέλει από τη ζωή;  Κατρακυλά σε ένα παραλήρημα αυτοπροσδιορισμού που μας μπερδεύει, μας προκαλεί, μας λυπεί, μας προβληματίζει.  Και στο τέλος μας τρελαίνει μαζί με τον ήρωα/αντιήρωα μας δίχως φυσικά να σβήνει το χαμόγελο από τα χείλη μας.  Άλλωστε, σ’ αυτή την έξοχη λεπτομέρεια βρίσκεται όλη η γοητεία του βιβλίου.