Thursday, June 19, 2014

Σκέψεις για το «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου» του Γιάννη Καλπούζου

Εισέπνευσα κυριολεκτικά το καινούριο βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου, «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου». Τα βιβλία του πάντα δίνουν τροφή για σκέψη και πνευματική αμβροσία στους αναγνώστες.
 
Το νέο του μυθιστόρημα εκπέμπει συναισθήματα και ιδέες, ιδεολογίες και πολιτικές ενώ όλα μπλέκονται μεταξύ τους όπως οι ήρωες του βιβλίου, με ένταση και προβληματισμό, με πάθος και με περίσκεψη. Ακούγεται περίεργο, ωστόσο έτσι μας έχει συνηθίσει η μοναδική γραφή του Καλπούζου, να μην καθησυχάζεται το πνεύμα ούτε η αγωνία. Όλα πετούν ανάμεσα στις σελίδες λες και οι λέξεις έχουν φτερά. Τόσο γρήγορα και ευχάριστα διαβάζεται ενώ σκέψεις και συναισθήματα συνεχίζουν να πετούν ακόμα κι αφότου έχει διαβαστεί μέχρι και η τελευταία σελίδα. 

Το μυθιστόρημα μιλά για το μεγαλείο του έρωτα ανάμεσα στον Άνδη και τη Θάλεια. Οι συμβολισμοί των ονομάτων τους είναι ακριβώς αυτό που απεικονίζουν: η Θάλεια ως μούσα ευπρεπούς ευθυμίας και ο Άνδης ως το σύμβολο του πόθου και της έντονης επιθυμίας. Δύο αντίθετα έλκονται όμως ο έρωτάς τους συγκρούεται με τα πρέπει της εποχής (1960-1990), με την ανάγκη για επιβίωση και με την ίδια τη λογική. Πέρα από πολλά άλλα θέματα, μας μιλά για τον συμβιβασμό στις σχέσεις όπως και στην πολιτική άλλα και για τα όρια της επιβίωσης. 

Όπως και ένας ολόκληρος λαός, μπορεί ο καθένας να γίνει σκιά του συμβιβασμού και της παραίτησης εν ονόματι της επιβίωσης. Ίσως είναι ο πιο εύκολος τρόπος να επιβιώσει κανείς κάτω από αντίξοες συνθήκες ή ανάμεσα σε σχέσεις ανούσιες δίχως αγάπη και ερωτισμό. Η ιστορία του βιβλίου συχνά μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτό το θέμα. Η Αυγούλα, η μητέρα της Θάλειας, συμβιβάστηκε να υπομένει έναν βίαιο άντρα. Η Θάλεια συμβιβάστηκε να χάσει τον Άνδη. Ενώ ο μόνος τρόπος να επιζήσει ο Άνδης και να αντέξει το γεγονός ότι έχασε τον έρωτα της ζωής του ήταν να χαθεί, να γίνει και εκείνος σκιά:
«Να χανόταν ήθελε.  Να έφευγε.  Ίσως μακριά. Ίσως βαθιά μέσα του. Να εισπνεύσει την ύπαρξη του, να την καταπιεί. Να αφήσει μόνο τη σκιά του να περιφέρεται.»

Ο συμβιβασμός καταντάει και άλλους ήρωες σκιές στο βιβλίο: την Μαρίνα, τον Σαράντο, την Αλίκη... Το ξεπούλημα της ψυχής τους οδηγεί σε μια επίπεδη ζωή μέσα σε μια κοινωνία όπου όλοι ζουν στους ίδιους μονόχνοτους ρυθμούς. Ποιος αντέχει να ζει μια ζωή δίχως διαστάσεις, δίχως πνευματικές και συναισθηματικές καμπύλες; Στο τέλος όλα μέσα τους μένει να αλλοιωθούν. Διότι ο πιο ύπουλος κοινωνικός Δαρβινισμός δεν είναι να τρώει ο ένας την ψυχή του άλλου άλλα ο καθένας να τρώει την ίδια τη δική του! Ποιοι τελικά επιβίωσαν τρώγοντας τα σωθικά τους, τη συνείδηση τους, την ψυχή τους;

Ο Άνδης όταν εκπορνεύτηκε.
Η Μαρίνα όταν έπεσε στα ναρκωτικά.
Η Αυγούλα αφού τρεφόταν από μίσος και πικρία.
Ο Σαράντος ζώντας μες στην υποκρισία.
Η Αλίκη μέσα στον αποτυχημένο της γάμο. («Καταλαβαίνεις τι σημαίνει να βολεύεσαι σε μια κατάσταση που δεν γουστάρεις;»)

Άρα, με μαθηματική ακρίβεια, συμβιβασμός + παραίτηση = επιβίωση. Έτσι ακριβώς ζουν οι περισσότεροι την καθημερινότητα τους σε πολλούς τομείς: στις σχέσεις, στην εργασία, στην κοινωνία, στην πολιτική. Ποιος τολμάει να αλλάξει; Ακροβατούν πάνω στο όνειρο και μόνο λίγοι φτάνουν στην απέναντι όχθη. 

Ο καθένας ζει έναν εμφύλιο πόλεμο εντός του («Εμφύλιος άνοιξε μες στο αίμα της…»). Διχαζόμαστε και νικητής δεν υπάρχει. Μόνο πόνος και πληγές. Μέχρι που τα ξεχνάμε και τα βάζουμε όλα στην άκρη. Ζούμε με τις πληγές, τις απώλειες, τα μυστικά, τις χαμένες μάχες. Εντέλει, είμαστε όλοι «μικρές Ελλάδες». Αναρωτιέμαι αν ο έρωτας είναι ο μόνος τρόπος να απαλύνει κανείς τον πόνο. Διότι δεν έχουν όλοι την τύχη του Άνδη και της Θάλειας.

Αλίκη: «Και τι δεν θα ‘δινα να πληγωθώ από έναν μεγάλο έρωτα…»
Ο έρωτας είναι το μόνο αίσθημα όπου συνυπάρχουν όλα τα συναισθήματα: ευφορία, θλίψη, γέλιο, κλάμα, θυμός, αγανάκτηση, αγαλλίαση, πόνος, λαχτάρα. Όλα μαζί συντελούν στο πάθος για τη ζωή, τον χειμώνα άλλα και την αναγέννησή της. Τελικά, οι άνθρωποι ζουν για μια άνοιξη. Αυτός είναι ίσως ο πιο υγιής τρόπος επιβίωσης: η ελπίδα και η πίστη στην αγάπη.

Αντικομφορμισμός είναι να ρισκάρει κανείς και να δοθεί για πάντα. Αντικομφορμισμός είναι η απόλυτη αγάπη και το δόσιμο της ψυχής – όπως εκφράζει ο τίτλος του βιβλίου, το δικό μου να γίνει δικό σου. Όμως, ξεφεύγει από την καθιερωμένη εγωκεντρική σφαίρα των ανθρώπων. Δυσκολεύει, ξεβολεύει… Κι αν γίνει, συνήθως ο ένας δίνεται λίγο περισσότερο απ’ τον άλλον. Αυτό απεικονίζεται ξεκάθαρα αφού η Θάλεια δινόταν περισσότερο από τον Άνδη. Την αγαπούσε άλλα με τους δικούς του όρους μέσα από την τρέλα του για τη ζωή/τα πάθη/το κυνήγι της στιγμής.

Πιστεύω ότι αυτό που θέλει να εκφράσει ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος είναι ότι οφείλουμε να ξεφεύγουμε απ’ ότι μας θλίβει και να μην συσσωρεύεται μέσα μας σαν καρκίνωμα, ούτε να γινόμαστε σκιές…. Να μην συμβιβαζόμαστε, να κυνηγάμε το όνειρο, να βελτιωνόμαστε συνεχώς ώστε να υπάρξει ξανά ελπίδα. Σαν μονάδες άλλα και σαν σύνολο, οφείλουμε να βρούμε ξανά την πίστη μας στον έρωτα, στη φιλία και στην καλοσύνη των ανθρώπων.

Μ’ αυτό το μυθιστόρημα κατάφερε ξανά μ’ έναν ευφάνταστο τρόπο να πλέξει μια ιστορία με μυστήριο, αγωνία, έντονο συναίσθημα και πάνω απ’ όλα με νόημα. Έχει λυρισμό, ευφυΐα, ποίηση… είναι όμορφο, συναισθηματικό και ρυθμικό σαν έναν παραδοσιακό χορό. Μαγεύτηκα από κάθε φράση. Ταξίδεψα στον χρόνο, στην Ελλάδα και στις καρδιές των ηρώων. Ταξίδεψα στις ομορφιές και στα βάσανα της ψυχής. 

Όμως, ειλικρινά, ποιος νοιάζεται για τις ψυχές; Λίγοι νοιάζονται πραγματικά. Γιατί οι περισσότεροι είναι Νάρκισσοι εν αγνοία τους. Μες στα μάτια του συνομιλητή τους δεν βλέπουν την «ιστορία της ψυχής» άλλα βλέπουν να αντανακλάται η δική τους εικόνα. Διότι οι περισσότεροι ότι αγαπούν είναι δικό τους…