Friday, May 30, 2014

Σκέψεις για το βιβλίο «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε» της Τζίλιαν Φλιν

Μια φαινομενικά τέλεια σύζυγος εξαφανίζεται ενώ ενοχοποιείται ο υποτιθέμενος «κακός» σύζυγος. Ακούγεται κοινότυπο. Ακούγεται σαν χίλια άλλα αστυνομικά μυθιστορήματα του ίδιου ύφους. Μια εξαφάνιση δίχως πτώμα και ένα ερώτημα: άραγε είναι κάτι ακόμα ζωντανό; Εδώ ακριβώς βρίσκεται η απόλυτη διαφορά με όλα τα υπόλοιπα αστυνομικά βιβλία. Η Τζίλιαν Φλιν αποτυπώνει τον περίεργο ιστό σκέψεων και μυστικών που πλέκεται πίσω από ένα φαινομενικά συνηθισμένο ζευγάρι.  Αυτό αποτελεί τη βάση της πλοκής και της επιτυχίας του δημοφιλέστατου μυθιστορήματος της «Το κορίτσι που εξαφανίστηκε»

«Τι σκέφτεσαι, Έιμι; Αυτή είναι η ερώτηση που έκανα πιο συχνά κατά τη διάρκεια του γάμου μας, έστω κι αν την έκανα από μέσα μου και όχι στο πρόσωπο που θα μπορούσε να μου απαντήσει. Φαντάζομαι πως αυτές οι ερωτήσεις μαζεύονται σαν σύννεφα που προμηνύουν καταιγίδα πάνω από όλους τους γάμους: Τι σκέφτεσαι; Τι νιώθεις; Ποιος είσαι; Τι κάναμε ο ένας στον άλλον; Τι θα κάνουμε ο ένας στον άλλον;»

Πόσο καλά πιστεύεις πως γνωρίζεις αυτόν που αγαπάς; Αυτό πρέπει να αναρωτήθηκε ο Νικ Νταν το πρωινό της πέμπτης επετείου του γάμου του διαπιστώνοντας ότι η σύζυγός του Έιμι έχει εξαφανιστεί. Η αστυνομία αμέσως υποψιάζεται τον Νικ. Οι φίλοι της αποκαλύπτουν ότι η Έιμι φοβόταν τον Νικ και ότι του κρατούσε μυστικά.  Αυτός παίρνει όρκο πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Ωστόσο, η έρευνα στον υπολογιστή του δείχνει ότι ο Νικ αναζητούσε  περίεργες πληροφορίες στο διαδίκτυο σχετικά με θανάτους από ασφυξία ή πνιγμό, με απομακρυσμένες δασώδεις περιοχές, ή με το πού μπορεί κανείς να προμηθευτεί αρσενικό. Παρά τα ενοχοποιητικά αυτά στοιχεία, ο Νικ επιμένει στην αθωότητά του, μολονότι υπάρχουν και κάποιες επίμονες κλήσεις στο κινητό του που περιπλέκουν τα πράγματα. Τι έχει λοιπόν συμβεί στην όμορφη σύζυγο του Νικ; 

Πόση εξαπάτηση χωράει μέσα σ’ έναν γάμο; Τι τρέφει αυτήν τη μόνιμη ανάγκη να μοιάζουν όλα «τέλεια»; Μήπως ένα τέλεια στημένο παιχνίδι; Εδώ οι απάτες δεν είναι αυταπάτες διότι ο κάθε πρωταγωνιστής γνωρίζει καλά τον εαυτό του. Ωστόσο, καλείται να γνωρίσει ακόμα καλύτερα τον σύντροφο του, να εισχωρήσει στο μεδούλι της κάθε του σκέψης. Ποιοι αντέχουν τέτοιες αλήθειες, άραγε; Διότι η Φλιν ισχυρίζεται πως τίποτα δεν μοιάζει όπως φαίνεται, ούτε στο μυθιστόρημα μα ούτε στην πραγματική ζωή. Όλοι παίζουν τον ρόλο τους. Η μεγάλη ερώτηση ωστόσο, είναι «Ποιος είναι ο νικητής του παιχνιδιού;».

Εντέλει, ποιος έχει τον έλεγχο μέσα σ’ έναν γάμο; Για τον Νικ και την Έιμι Νταν, η κυριαρχία αλλάζει χέρια απροσδόκητα, όσο αντέχουν οι ίδιοι να παίζουν σ’ αυτό το παράξενο παιχνίδι.

Tuesday, April 29, 2014

Σκέψεις για το βιβλίο «Υπόθεση Laurus – Τα κατορθώματα της Ρόζας Δελλατόλα»

Πόσο εντυπωσιάζομαι με τα βιβλία που δεν στοχεύουν σε συγκεκριμένες ηλικίες, δεν κατηγοριοποιούνται σε κουτάκια που λέγονται «παιδικά» ή «ενήλικα». Το συγκεκριμένο βιβλίο της δημοσιογράφου και συγγραφέως παιδικής λογοτεχνίας Λώρης Κέζα, έχει ακριβώς αυτήν την ιδιότητα: είναι για όλες τις ηλικίες.  Το «Υπόθεση Laurus – Τα κατορθώματα της Ρόζας Δελλατόλα» είναι το πρώτο σε μια σειρά βιβλίων με πρωταγωνίστρια τη μικρή Ρόζα η οποία κερδίζει τους αναγνώστες για το σπιρτόζικο και καθάριο πνεύμα της. 
 
Η Ρόζα Δελλατόλα ζει σε ένα χωριό της Τήνου, τα Λουτρά. Εκεί ο πατέρας της έχει ανοίξει Γραφείο Τελετών, χωρίς όμως να γνωρίζει τα τοπικά έθιμα για τις κηδείες. Στο χωριό υπάρχει ένα παλιό οικοτροφείο, η Σχολή Ουρσουλινών, όπου ζουν τρεις μοναχές αλλά καμία μαθήτρια. Προτείνουν στη Ρόζα να γίνει η μοναδική μαθήτρια σε ένα κτίριο με 55 αίθουσες, 33 πιάνα, βιβλιοθήκες και πολλούς, πάρα πολλούς άδειους κοιτώνες.

Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι που βλέπουν με στραβό μάτι τη σχέση της οικογένειας Δελλατόλα με τις Ουρσουλίνες. Στην υπόθεση εμπλέκονται ένας εργολάβος ο οποίος χτίζει παράνομες οικοδομές, οι Αλβανοί εργάτες του και η οργάνωση του «Φοίνικα», που θέλει να διώξει από το νησί τους ξένους και τους καθολικούς. Υπάρχει και μια μεγάλη εταιρεία που θέλει να κάνει επενδύσεις στα Λουτρά. Η Ρόζα καταλαβαίνει ότι όλα τα πρόσωπα συνδέονται σε μια παράξενη υπόθεση, την Υπόθεση Laurus.

Η ιστορία καταπιάνεται εύστοχα και έξυπνα με θέματα όπως ο ρατσισμός, η διαφθορά, η παράδοση και η ιστορία ενός τόπου. Και εδώ θα μιλήσω για τον τόπο. Με αγγίζουν τα βιβλία που αφορούν το αγαπημένο μου, υιοθετημένο μου νησί, την Τήνο. Ταυτίστηκα άμεσα με το πνεύμα της ιστορίας καθώς ο σύζυγος μου κατάγεται από το νησί των Καθολικών και Ορθοδόξων, των ξένων και των Ελλήνων, των διαδοχικών εικόνων και των πολλών αντιθέσεων.  Από τη μετεωρική φαντασμαγορία του Βωλάξ έως τα βορινά κύματα της Λειβάδας. Από το Ξώμβουργο ως τον Τσικνιά. Από την Ευαγγελίστρια της Τήνου έως την Κιουρά των Αγγέλων. Οι αντιθέσεις αποτελούν την ίδια την ιστορία η οποία απλώνεται μέσα στο κείμενο σαν ελαφρό αεράκι.  Ενώ σαν Αυγουστιάτικο μελτέμι μοιάζει το πείσμα και το μπρίο της Ρόζας.

Απόλαυσα αυτό το βιβλίο που δεν μοιάζει ούτε με παιδικό, μα ούτε με ενήλικο. Με ξεκούρασε…ίσως επειδή έχει το χάρισμα να είναι απλώς ένα ευχάριστο ανάγνωσμα.  Αναμένω τα επόμενα της σειράς! 

Thursday, March 27, 2014

Σκέψεις για...τις σκέψεις

Θα είμαι ειλικρινής.  Αυτό το μήνα διάβασα πολλά βιβλία, ελληνικά και ξένα, όμως κανένα δεν μου προκάλεσε μια ιδιαίτερη σκέψη, κάτι για να αναλογιστώ, από κάπου να πιαστώ, να αρπάξω το στυλό μου και να υπογραμμίσω μια συγκλονιστική φράση που θα μου μείνει χαραγμένη στη ψυχή για πάντα.  Ίσως φταίω εγώ που έχω πλέον ορίσει κάποιες προϋποθέσεις στα βιβλία που διαβάζω.  Θα ήθελα ένα μυθιστόρημα να μην έχει μετριότητα στην πλοκή.  Θέλω δράση και συναίσθημα.  Θα ήθελα η γραφή να μοιάζει με χορό, να υπάρχει ρυθμός και αρμονία.  Θέλω πάθος, ρυθμό, ποίηση και κίνηση.  Αγωνία και εξέλιξη.  Θέλω να εξελιχθώ.  Αν στο τέλος ενός βιβλίου ο αναγνώστης παραμένει ίδιος, το βιβλίο δεν πέτυχε το σκοπό του.  Θέλω να αλλάξω μαζί με τον πρωταγωνιστή.  Να εξιλεωθώ. 
Ίσως ο Απρίλης είναι πιο τυχερός μήνας...



Tuesday, February 11, 2014

Σκέψεις για το βιβλίο του Αλέξη Γεράση, «Ο διαφημιστής»



Διασκέδασα πολύ διαβάζοντας το βιβλίο του Αλέξη Γεράση, «Ο διαφημιστής».  Μοιάζει να είναι σε μόνιμη πάλη με τον εαυτό του, με την έννοια της αξίας και με την ανύπαρκτη αυτοπεποίθηση του παρόλο πως δηλώνει ο ίδιος ότι η πολύχρονη απασχόληση του με τη διαφήμιση του χάρισε τον υπερμεγέθη εγωισμό του. Όμως διαβάζοντας αυτή την πρωτότυπη αυτοβιογραφία είχα την αίσθηση ότι κάπου ο συγγραφέας έχει αδικήσει τον εαυτό του.  Εν τέλει, δεν είναι εγωιστής.  Αντιθέτως, για να καταθέτει έτσι αβίαστα και ειλικρινά την ψυχή του σε αυτό το βιβλίο, είναι πολύ μετριόφρων.  Ακριβώς αυτή η ταπεινή του ματιά είναι που μας κάνει να αναλογιστούμε την καθημερινή μας μάχη με το θέμα της ανθρώπινης αξίας.
Με φόντο το γυαλιστερό χώρο της διαφήμισης, παρακολουθούμε την ψυχολογία ενός διαφημιστή καθώς συνθλίβεται από την αβεβαιότητα και το άγχος για αναγνώριση. Μπαίνοντας στα άδυτα των διαφημιστικών εταιρειών, γινόμαστε μάρτυρες μιας σύγχρονης αρένας, όπου οι μονομάχοι διαφημιστές, προκειμένου να επιζήσουν, δεν διστάζουν να σφαγιάσουν συνειδήσεις, προσωπικότητες και ηθικές αξίες.

Ο πρωταγωνιστής θα νικήσει, αν αποδεχθεί να υποκύψει. Αν αποδεχθεί να κρατήσει το κεφάλι του στο ίδιο ύψος με τους υπόλοιπους. Αν αποδεχθεί να αλλάξει και να αλλοιωθεί. Αν αποδεχθεί να συνεχίσει να είναι διαφημιστής.

Θα νικήσει... μόνο αν αποδεχθεί τη μετριότητά του.

«Δεν ήθελα να πιστέψω πως ήμουν μετριότητα.»  Η αίσθηση της μετριότητας μπορεί να προκληθεί από κάθε απογοήτευση σε κάθε τομέα της κοινωνικής μας ζωής.  Όπου όλα βασίζονται στον αθέμιτο ανταγωνισμό, στην επιλεκτική ανταμοιβή του κάθε δημιουργού και στην συνεχή σύγκρουση ιδεών και απόψεων, όλα στο τέλος μοιάζουν μάταια.  Γιατί την μια στιγμή ο διαφημιστής πουλάει και την άλλη ξεπουλάει…τον ίδιο του τον εαυτό.  Όσο πουλούσε, ανέβαινε.  Όσο δεν πουλούσε, έχανε ένα σημαντικό κομμάτι του εαυτού του – την αυτοπεποίθηση του.  Η συνεχής έλλειψη αυτοπεποίθησης του γεννούσε φόβο και αμφιβολία.

Το βιβλίο μας διασκεδάζει άλλα μας προκαλεί.  Εξετάζουμε τον άνθρωπο ως προϊόν.  Ποιοί καθορίζουν τι τιμή που μας αξίζει, άραγε; 

«Είναι απίστευτο πόσο συνεχίζει να με ενδιαφέρει η γνώμη που έχουν οι άλλοι για μένα και όχι η γνώμη που έχω εγώ για τον εαυτό μου.»

Καθημερινώς καλούμαστε να πουλήσουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας.  Το χαμόγελο μας σ’ έναν πελάτη.  Τον τσαμπουκά μας σ’ έναν οδηγό.  Το κλάμα σ’ έναν πονόψυχο.  Το ανέκδοτο σ’ έναν πρόσχαρο.  Και πάντα αναμένουμε την ανταπόδοση – την αμοιβή της δικής μας ψυχοσύνθεσης, της δικής μας στιγμιαίας εσωτερικής ανάγκης.  Διότι ο άνθρωπος ως προϊόν πουλάει όσα και όσο θεωρούν οι άλλοι ότι αξίζει.

Ο περίφημος κοινωνιολόγος Έρβινγκ Γκόφμαν άλλωστε είχε μιλήσει για τη δραματουργική προσέγγιση των ανθρώπων στις κοινωνικές τους σχέσεις.  Η συμβολική αλληλεπίδραση που διατηρούμε μεταξύ μας καθορίζει και την ιδιότητα που παρουσιάζουμε σε κάθε κοινωνική μας συναλλαγή.  Καλούμαστε να παρουσιάζουμε τον έναν μας εαυτό στο προσκήνιο καθημερινώς ενώ στο παρασκήνιο διαφέρουμε κατά πολύ.  Με άλλα λόγια, γινόμαστε διαφημιστές του εαυτού μας σε κάθε επίπεδο της ζωής.

Μέσα από την διασκεδαστικότατη και αυτοσαρκαστική αφήγηση του, ο Γεράσης ανεπιτήδευτα αποκαλύπτει πως τελικά η αξία του καθενός δεν καθορίζεται από καμία αντίδραση ή επίδραση.  Γιατί απλούστατα, δεν είμαστε προϊόντα προς πώληση.  Ίσως μας δίνει εμμέσως την ευκαιρία να ανακαλύψουμε μόνοι μας πόσο «μέτριοι» ή όχι είμαστε.  Διότι την αξία του καθενός την καθορίζει ο ίδιος, όχι οι άλλοι.

Monday, January 13, 2014

Σκέψεις για το «Μάρτυς μου ο Θεός» του Μάκη Τσίτα



Στο απολαυστικότατο βιβλίο του Μάκη Τσίτα, «Μάρτυς μου ο Θεός», ο αναγνώστης ταλαντεύεται ανάμεσα στο γέλιο και στο δράμα, στη λύπηση και στην απέχθεια, διότι ο αντιήρωας Χρυσοβαλάντης απεικονίζει μια κοινωνία υποκρισίας σε ένα θέατρο του παραλόγου.  Υποκρίνεται και εξομολογείται.  Η χειμαρρώδης εξομολόγηση του καθρεπτίζει έναν άνθρωπο που λόγω αντίφασης χάνει τον ίδιο του τον εαυτό.  Ο Χρυσοβαλάντης είναι θύμα του εαυτού του και των δύσκολων/αντιφατικών απαιτήσεων του.   

Θέλει να ζήσει μια έντονη ερωτική ζωή αλλά και να μονάσει στο Άγιο Όρος.  Θέλει να έχει γυναίκα Γαλλίδα καλλονή (ή Αγγλίδα διότι κάνουν καλές μαμάδες) αλλά και να τρώει σουτζουκάκια πλημμυρισμένα μες στη σάλτσα.  Θέλει να ζει ανεξάρτητος αλλά όταν είχε την οικονομική ευχέρεια έμενε σπίτι με τους γονείς του και τις μοναχοκόρες αδερφές του.  Θέλει να αδυνατίσει και να φροντίσει την κλονισμένη του υγεία όμως τρώει ανεξέλεγκτα και λαίμαργα, κλονίζοντας την ψυχική του υγεία.

Και φυσικά για όλες τις κακοτυχίες του φταίνε οι άλλοι. Φταίνε οι γυναίκες που τον εκμεταλλεύτηκαν.  Φταίει ο κακός εργοδότης, ο Έξαποδω.  Φταίει και το αμαρτωλό του προσωπείο.  Ο Χρυσοβαλάντης είναι η υποκρισία στο έπακρον.  Είναι ένας οξύμωρος χαρακτήρας της υπερβολής και του μέτρου ο οποίος σκιαγραφείτε με πανέξυπνο τρόπο, μέσα από τη χιουμοριστική ματιά του Τσίτα.  Και φυσικά ο Χρυσοβαλάντης μας τα εξομολογείται όλα αυτά διότι όπως περιγράφει και ο Ουγκώ, «Ομολογούμε τα μικρά μας ελαττώματα, μόνο για να πείσουμε ότι δεν έχουμε μεγάλα.»

Ο ίδιος, κρύβεται πίσω από πολλές ψευδαισθήσεις.  Πίστευε σε μια διαφορετική κοινωνία. 

Πίστεψα σε άλλη εποχή.  Διότι μεγάλωσα με τους δεσποτάδες με τα χρυσά τους άμφια, τα επιβλητικά, τα πολυτελή, κι έλεγα μέσα μου: «Κι εγώ έτσι θα γίνω.  Θα γίνω Χρυσόστομος.  Θα γίνω Αθηναγόρας.  Μανούλα, φέρε το παλιό σου καπέλο με τις κλάρες», και το φορούσα.  «Γιαγιά, πείνασα», έλεγα, και μου έφερνε ό,τι ήθελα.  Δε μου χαλούσε ποτέ χατίρι.  Οραματίστηκα μια τέτοια κοινωνία και διαπιστώνω ότι ευρέθην σε μία αμαζόνια ζούγκλα φρεναπάτης.

Σαν «τίμιος, μεσογειακός άντρας» όπως αποκαλεί τον εαυτό του, θεωρεί ότι μέχρι τα σαράντα παραμένει ο άντρας ένα μεγάλο παιδί.  Εξαπατάται από ψεύτες και γυναίκες, πέφτει θύμα εκμετάλλευσης από κακοπροαίρετους, έχει ανάγκες που πρέπει να ικανοποιηθούν άμεσα και προπαντός ζει με όνειρα – εξωπραγματικά - που δυστυχώς ποτέ δεν πραγματοποιούνται. 

Θα μου πεις, έτσι κι αλλιώς ποιο όνειρο σου πραγματοποίησες;  Κανένα.  Δυστυχώς.

Ποιος είναι τελικά ο Χρυσοβαλάντης;  Τι θέλει από τη ζωή;  Κατρακυλά σε ένα παραλήρημα αυτοπροσδιορισμού που μας μπερδεύει, μας προκαλεί, μας λυπεί, μας προβληματίζει.  Και στο τέλος μας τρελαίνει μαζί με τον ήρωα/αντιήρωα μας δίχως φυσικά να σβήνει το χαμόγελο από τα χείλη μας.  Άλλωστε, σ’ αυτή την έξοχη λεπτομέρεια βρίσκεται όλη η γοητεία του βιβλίου.

Tuesday, December 10, 2013

Σκέψεις για «Το δάσος των παιδιών» του Χρήστου Αγγελάκου


Αυτό που φοβόμαστε πιο πολύ είναι ο ίδιος μας ο εαυτός, η αλήθεια του εαυτού μας και η αλήθεια των γύρω μας.  Αυτός ο φόβος συνάμα με μια παράξενη αγωνία κυριαρχεί σε κάθε σελίδα του βιβλίου του Χρήστου Αγγελάκου, «Το δάσος των παιδιών».  Διότι κανείς δεν μπορεί να αντικρίσει την αλήθεια.  Ο κάθε πρωταγωνιστής βασανίζεται με το καθρέφτισμα των σκέψεών του.  Είτε κρύψουν την αλήθεια, είτε την αγνοήσουν, είτε την αντιμετωπίσουν, είτε την απορρίψουν, δεν έχει σημασία.  Διότι στο τέλος όλοι μοιάζουν χαμένοι. 

Διάβασα το βιβλίο μονορούφι, όμως όχι σαν έναν δροσερό φρεντοτσίνο με συντροφιά τη θάλασσα.  Όχι.  «Το δάσος των παιδιών» είναι σκοτεινό σαν το δάσος και απαιτεί να το πιει κανείς άσπρο-πάτο σαν σφηνάκι.  Θα κάψει τα σωθικά, θα αφήσει μια πίκρα στη γεύση όμως όλα καταλαγιάζουν αφού συνειδητοποιήσουμε ότι ένα λογοτεχνικό δημιούργημα είναι η αφορμή να μπούμε βαθιά μέσα στα δικά μας δάση.  Τι κρύβουν τα δικά μας δέντρα;  Ποια πάθη;  Ποιες αυταπάτες;  Πόσες τύψεις;  Πόσα θέλω;
 
Με την αίσθηση της παιδικής αφέλειας, όλοι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου (και του κόσμου) τρέχουν ανάμεσα στα δέντρα και στα πυκνά φυλλώματα για να ανακαλύψουν τις δικές τους κρυφές αλήθειες.  Όλες οι κρυφές, ερωτικές επιθυμίες μπλέκονται ανάμεσα στα κλαδιά των ηρώων ενώ οι ίδιοι τυλίγονται μεταξύ τους.  Ωστόσο, ο δαίμονας του σκότους καραδοκεί κυνηγώντας τον κάθε πρωταγωνιστή του βιβλίου (και του κόσμου) ως την άκρη του ίδιου δάσους.  Ποιος θα πέσει από εκεί;  Ποιος θα πετάξει προς την αλήθεια και ποιοι θα μείνουν να φλέγονται μες στο πυρωμένο δάσος παραμένει ένα απρόσμενο μυστήριο ως το τέλος του βιβλίου.  Και έτσι καιγόμαστε.  Μαζί με το δάσος.  Σαν το καυτό σφηνάκι που μόλις ήπιαμε.

Το βιβλίο τιμήθηκε με το Athens Prize for Literature από το Περιοδικό (δε)κατά το 2012.  Γραμμένο και δομημένο με πρωτότυπο και έξυπνο τρόπο, θυμίζει κλαδιά που άλλοτε απλώνονται για να ενωθούν με άλλα δέντρα και άλλοτε σπάνε από το βάρος των περιστάσεων.  Οι ενότητες παίζουν καθοριστικό ρόλο στη συρροή των σκέψεων.  Αποτυπώνονται όλα αβίαστα όμως με τη χάρη της αγωνιώδους προσμονής.  Λες και θέλει να προλάβουμε να ζήσουμε τον κάθε πόθο πριν χαθεί…το δάσος.  Και ύστερα που να κρυφτεί κανείς;


Tuesday, November 26, 2013

Σκέψεις για του Κόρμακ ΜακΚάρθυ «Ο δρόμος»

Η προσεγμένη γραφίδα του Κόρμακ ΜακΚάρθυ του χάρισε το Πούλιτζερ το 2007 για ένα από τα καλύτερα του βιβλία, ένα οδοιπορικό που χάραξε το δικό του δρόμο μες στην ψυχή μου.  «Ο δρόμος» δεν είναι μόνο ένα φουτουριστικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται σε μια γη καταστραμμένη, σε έναν χαμένο πολιτισμό άλλα είναι ένα βαθιά ανθρώπινο πόνημα που ανεξαρτήτως υπόθεσης ή αφηγηματικού λόγου, αποτυπώνεται ως ύψιστος ύμνος προς την ανθρώπινη φύση.
 
Όσοι το έχουν διαβάσει, σίγουρα θα αναρωτηθούν πως το ισχυρίζομαι αυτό.  Σε έναν κατεστραμμένο πλανήτη, δίχως φαγητό παρά ελάχιστες κονσέρβες και λίγο νερό προσπαθούν να επιζήσουν ένας πατέρας με τον μικρό του γιο.  Οι υπόλοιποι απομείναντες έχουν διαχωριστεί σε κυνηγημένους και σε κανίβαλους.  Γυναίκες γεννούν μωρά για να τα φάνε.  Ζωντανοί κρατιούνται σε καταπακτές σαν κρέατα σε αποθήκη τροφίμων.  Η επιθυμία να επιζήσει ο άνθρωπος μετατρέπει την ύπαρξη του σε κτήνος.  Θα αναρωτηθεί κανείς, γιατί να θελήσει να παραμείνει ζωντανός σε έναν τέτοιο κόσμο όπου όλα έχουν πεθάνει μέχρι και η ανθρώπινη συνείδηση.

Η γυναίκα του άντρα δεν ήθελε να ζήσει.  Επέλεξε να δώσει τέλος στη ζωή της, μια ζωή κυνηγημένη σε έναν δρόμο προς τη θάλασσα.  Ο άντρας δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια.  Είναι αποφασισμένος να οδηγήσει εκείνον και το παιδί του στην ακτή, στην άκρη της γης, στο τέλος του δρόμου.

Με τι δύναμη, όμως, ακολουθεί επί χρόνια αυτή την πορεία;  Ο γιος του απορεί με όσα βλέπει, ενώ μόνο αυτά έχει μάθει.  Γεννήθηκε μέσα στην καταστροφή.  Άλλα παιδιά δεν αντικρίζει, παρά μόνο ένα που είδε κάποτε μέσα σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι….  Το ότι υπήρχε και άλλο παιδί σε αυτόν τον κόσμο τάραξε το μικρό αγόρι.  Όλη η αθωότητα της φύσης καταγράφεται στο πρόσωπο αυτού του μικρού ήρωα.  Ενώ όλη η ουσία του βιβλίου αποτυπώνεται στην δική του αγαθή απορία:

«Μπαμπά; Το θυμάσαι εκείνο το παιδάκι;
Το θυμάμαι, ναι.
Λες να τα κατάφερε;  Είναι καλά λες;
Α, βέβαια.  Μια χαρά θα είναι.
Λες τελικά να είχε χαθεί;
Όχι.  Δεν νομίζω να είχε χαθεί.
Εγώ φοβάμαι ότι είχε χαθεί.
Εγώ δεν θ’ ανησυχούσα στη θέση σου.
Ναι, αλλά αν έχασε το δρόμο του ποιος θα το βρει;  Ποιος θα το βρει το παιδάκι;
Θα το βρει η καλοσύνη το παιδάκι.  Πάντα το βρίσκει.  Κι αυτό θα το βρει.»

Τελικά, τι τον οδηγεί τον πατέρα;  Πως υμνεί ο ΜακΚάρθυ τον άνθρωπο μέσα σε μια τόσο σκοτεινή ιστορία;  Μάλλον η ελπίδα πως θα βρεθεί η καλοσύνη ξανά.  Θα την βρει εκείνος ή το παιδί του.  Γιατί τελικά ο άνθρωπος μέσα μας δεν παύει να υπάρχει.

* Σημειώνω ότι το βιβλίο το διάβασα στα αγγλικά.  Ωστόσο, είχα την ευκαιρία να δω και την ελληνική έκδοση όπου θεωρώ τη μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ εξαιρετική.
Επιπλέον, συνιστώ το βιβλίο παρά το έργο, εκτός αν θέλετε να ρίξετε έναν ωραίο ύπνο στον καναπέ.